Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

ΕΛΠ 10 εργ.3η Η αθηναϊκή δημοκρατία


ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Θεματική Ενότητα: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Ακαδ. Έτος: 2007-2008

Όνομα Καθηγητή: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ

ΕΔΟΞΕ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΤΩ ΔΗΜΩ. ΑΙΑΝΤΙΣ ΕΠΡΥΤΑΝΕΥΕ, ΚΛΕΙΓΕΝΗΣ ΕΓΡΑΜΜΑΤΕΥΕ, ΒΟΗΘΟΣ ΕΠΕΣΤΑΤΕΙ. ΤΑΔΕ ΔΗΜΟΦΑΝΤΟΣ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕΝ [...] ΕΑΝ ΤΙΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΝ ΚΑΤΑΛΥΗ ΤΗΝ ΑΘΗΝΗΣΙΝ, Η ΑΡΧΗΝ ΤΙΝΑ ΑΡΧΗ ΚΑΤΑΑΕΛΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΕΣΤΩ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΑΙ ΝΗΠΟΙΝΕΙ ΤΕΘΝΑΤΩ, ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΤΩ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΤΟ ΕΠΙΔΕΚΑΤΟΝ [.. J ΟΜΟΣΑΙ Δ' ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΑΠΑΝΤΑΣ [...] ΑΠΟΚΤΕΝΕΙΝ ΤΟΝ ΤΑΥΤΑ ΠΟΙΗΣΑΝΤΑ. Ο ΔΕ ΟΡΚΟΣ ΕΣΤΩ ΟΔΕ ΚΤΕΝΩ ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΚΑΙ ΕΡΓΩ ΚΑΙ ΨΗΦΩ ΚΑΙ ΤΗ ΕΜΑΥΤΟΥ ΧΕΙΡΙ, ΑΝ ΔΥΝΑΤΟΣ Ω, ΟΣ ΑΝ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΝ ΤΗΝ ΑΘΗΝΗΣΙ [...].
Ανδοκίδης, Περί των μυστηρίων 96-97.
«Η βουλή και ο λαός αποφάσισαν. Η Αιαντίδα φυλή ήταν πρυτανεύουσα, ο Κλειγένης ήταν γραμματέας, ο Βοηθός ήταν πρόεδρος της εκκλησίας του δήμου. Ο Δημόφαντος συνέταξε και υπέβαλε το εξής σχέδιο: Εάν κάποιος καταλύσει την αθηναϊκή δημοκρατία, ή αναλάβει κάποιο αξίωμα, ενώ είναι καταργημένη η δημοκρατία, να είναι εχθρός των Αθηναίων και να θανατώνεται χωρίς να τιμωρείται ο φονιάς του' η περιουσία του να δημεύεται και το ένα δέκατο να προσφέρεται στη θεά Αθηνά. Να ορκιστούν όλοι οι Αθηναίοι ότι θα σκοτώσουν αυτόν που θα κάνει μια τέτοια πράξη. Ο όρκος να είναι ο εξής: θα εξοντώσω και με έργα και με λόγια και με την ψήφο μου και με το δικό μου χέρι, αν μπορώ, όποιον καταλύσει την αθηναϊκή δημοκρατία».
Με βάση το παραπάνω κείμενο, γνωστό ως ψήφισμα του Δημόφαντου (410 π.Χ.) και τις γνώσεις σας από τα σχετικά κεφάλαια του διδακτικού βιβλίου, να συνθέσετε ένα δοκίμιο οκτώ περίπου σελίδων στο οποίο σας ζητούνται τα εξής:
α) Να αναπτύξετε τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται στο παραπάνω ψήφισμα και τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην αθηναϊκή δημοκρατία.
β) Να εξηγήσετε τη νομιμοποίηση της αυτοδικίας (η οποία αποκλείεται από κάθε σύγχρονο σύστημα δικαίου) στο ψήφισμα του Δημόφαντου λαμβάνοντας υπ' όψιν αφενός την οργάνωση της δικαιοσύνης στην κλασική Αθήνα αφετέρου τα ιστορικά συμφραζόμενα με τα οποία συνδέεται το παραπάνω ψήφισμα.
γ) Ο όρκος που θεσπίζεται με την παραπάνω απόφαση αποτελεί μια από τις
χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις προσωπικής συμμετοχής των αθηναίων πολιτών στον δημόσιο βίο της πόλεως. Ωστόσο, από το πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας απουσιάζουν ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες. Ποιες είναι αυτές και πώς ερμηνεύεται ο αποκλεισμός τους;
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Ηράκλειο (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) 1999.
• Α. Andrewes, Αρχαία ελληνική κοινωνία (μετ. Α. Παναγόπουλος), Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 1987.
• R.K. Sinclair, Δημοκρατία και συμμετοχή στην αρχαία Αθήνα (μετ. Ε. Ταμβάκη), Αθήνα (Καρδαμίτσα) 1997.
• C. Mosse, Ο πολίτης στην αρχαία Ελλάδα (μετ. Ι. Παπακωνσταντίνου), Αθήνα (Σαββάλας) 1996.
• J.T. Roberts, Η Αθήνα στο εδώλιο. Η αντιδημοκρατική παράδοση στη δυτική σκέψη (μετ. Π.Ι. Χιωτέλλης), Αθήνα (Εκδ. Χιωτέλλη) 2004.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4

Α. Να αναπτύξετε τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται

στο παραπάνω ψήφισμα και τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην

αθηναϊκή δημοκρατία. ΣΕΛ. 4

1. λειτουργία των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται στο παραπάνω

ψήφισμα ΣΕΛ. 4

2. διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην αθηναϊκή δημοκρατία ΣΕΛ. 4

Β. Να εξηγήσετε τη νομιμοποίηση της αυτοδικίας (η οποία αποκλείεται από

κάθε σύγχρονο σύστημα δικαίου) στο ψήφισμα του Δημόφαντου

λαμβάνοντας υπ' όψιν αφενός την οργάνωση της δικαιοσύνης στην

κλασική Αθήνα αφετέρου τα ιστορικά συμφραζόμενα με τα οποία

συνδέεται το παραπάνω ψήφισμα. ΣΕΛ. 5

1. οργάνωση της δικαιοσύνης στην κλασική Αθήνα ΣΕΛ. 5

2. τα ιστορικά συμφραζόμενα με τα οποία συνδέεται το παραπάνω

ψήφισμα ΣΕΛ. 6

3. νομιμοποίηση της αυτοδικίας (η οποία αποκλείεται από κάθε σύγχρονο

σύστημα δικαίου) στο ψήφισμα του Δημόφαντου ΣΕΛ. 7

Γ. Ο όρκος που θεσπίζεται με την παραπάνω απόφαση αποτελεί μια από τις
χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις προσωπικής συμμετοχής των αθηναίων

πολιτών στον δημόσιο βίο της πόλεως. Ωστόσο, από το πλαίσιο της

αθηναϊκής δημοκρατίας απουσιάζουν ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες.

Ποιες είναι αυτές και πώς ερμηνεύεται ο αποκλεισμός τους; ΣΕΛ. 8

1. Ο όρκος που θεσπίζεται με την παραπάνω απόφαση αποτελεί μια από

τις χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις προσωπικής συμμετοχής των

αθηναίων πολιτών στον δημόσιο βίο της πόλεως ΣΕΛ. 8

2. από το πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας απουσιάζουν ορισμένες

πληθυσμιακές ομάδες, ποιες είναι αυτές και πώς ερμηνεύεται ο

αποκλεισμός τους; ΣΕΛ. 9

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 10

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 11

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Η φιλοσοφία πρέπει να ενδιαφέρεται για τον ορθό τρόπο ζωής, για θέματα όπως αυτό του ύψιστου αγαθού στο οποίο πρέπει να στοχεύει ο άνθρωπος» και η πολιτική είναι μέρος αυτού, σύμφωνα με την «άποψη του Σωκράτη» όπου «στόχος της πολιτικής θα έπρεπε να είναι η καλή και ενάρετη ζωή των πολιτών» (Α. Κακουζέλη, «Οι αξίες των αρχαίων ελλήνων», στο Ι. Γιαννόπουλος κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Β’, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 93).

Παρά τις αναρίθμητες τροποποιήσεις σε θέματα λειτουργίας και λεπτομέρειας και την αποφασιστική επικράτηση της δημοκρατίας πριν το 411, «εξακολουθούσαν να διακυβερνούν την Αθήνα του 4ου αιώνα, χωρίς πλέον να έχουν καμιά αντιστοιχία με τις νέες αναζητήσεις που εκφράζουν οι φιλόσοφοι» (P. Leveque, P. Vidal-Naquet, Κλεισθένης ο Αθηναίος, μτφρ. Στ. Γεωργοπούλου, Ευρύαλος, Αθήνα 1989, σελ. 124).

Η κλασσική πόλη παραμένει στην ουσία η κλεισθενική πόλη όπως έχει ορισθεί ως: «μια κοινότητα πολιτών, ολοκληρωτικά ανεξάρτητη, κυρίαρχη επί των πολιτών που την απαρτίζουν, η οποία εξασφαλίζει τη συνοχή της με τις κοινές λατρείες και διέπεται από νόμους», (P. Leveque, P. Vidal-Naquet, ό.π., σελ. 124).

Οι ατέλειες του ανθρώπινου γένους προδικάζουν ποιότητα ‘νόμων’ και ελπίζουν σε λογική και δικαιοσύνη (αυξάνοντας την εντροπία με τη συμμετοχή και άλλων). Αν στη πρόταση αυτή δεχθούμε και το προφανές ως αξία, του χώρου και χρόνου, το ατυχές αποτέλεσμα χαίρει γενναιοδωρίας ενώ σε προβολή της για αναζήτηση αποτελέσματος ιδιαίτερα σε ιστορικά γεγονότα - όπως το 410 π.Χ. - αποτελεί εργαλείο δημοκρατίας αλλά λείπει ο κανόνας.

Δεν ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια πόλη που η θρησκεία είναι βαθειά πολιτικοποιημένη και εντάσσεται στις συντεταγμένες ενός αφηρημένου χώρου και χρόνου… όπου σταδιακά η κυριαρχία της συλλογικότητας – το ιδιαίτερο γνώρισμα της πόλης - του Κλεισθένη παραχώρησε τη θέση της στην κυριαρχία των θεών.

Το 414/3, μετά την ήτα στη Σικελία, δόθηκε αφορμή σε μυστικές ολιγαρχικές ομάδες να συντελέσουν «στη δημιουργία ενός ολιγαρχικού κλίματος τρόμου πριν από την επανάσταση του 411* και όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο λαός, φοβισμένος, δεν είδε πόσοι από τους εμφανιζόμενους ως ηγέτες του έτρεφαν συμπάθειες προς τους επαναστάτες και το έκρυβαν» (Α. Andrewes, Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1987, σελ. 334)

Το 410 αντιμετώπισαν καταστάσεις χωρίς προηγούμενο στη πρόσφατη δημοκρατία που είχαν – και με διάφορα ψηφίσματα όπως του Δημόφαντου προσπαθούσαν να θωρακήσουν τη Δημοκρατία - , αλλά οι αποφάσεις της στιγμής επιδρούν πάνω μας χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους με τον τρόπο που ζούμε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, είναι αποφάσεις κοντόφθαλμες, ζητούν δικαιοσύνη εδώ και τώρα.

Θα εντρυφήσουμε στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της εποχής, στους λόγους που οδήγησαν στο ψήφισμα, στην ‘θέση’ των τυραννοκτόνων, και των τυράννων όπου απέφευγαν ακόμη και να τους ονομάζουν, «ο Πλάτων δεν αναφέρει τον Πεισίστρατο ποτέ» (U. Wilamowitz, Πλάτων, μτφρ. Ξ. Αρμύρος, Κάκτος, Αθήνα 2005, σελ. 26).

Οι απλοί άνθρωποι – πολίτες – του δήμου ενεργούσαν με μια απλή αλλά προφανώς ισχυρή ηθική. Προσεγγίζοντας λογικά το ΔΗΜΟ και τον ΠΟΛΙΤΗ κατανοούσαν και βελτίωναν την καθημερινή τους ζωή, διαμορφώνοντας συνθήκες ΜΕΣΩ ΝΟΜΩΝ που θα διαμόρφωνε την ιστορία τους μέσα στους επιδιωκόμενους στόχους και θα κατοχύρωνε τις αρετές τους.

Και όπως σε κάθε τι που πολυπροσδιορίζεται…στο τέλος αναιρείται από μόνο του* έτσι και εδώ δημιουργείται η πλάνη ότι «ο κόσμος» θα είναι ασφαλής, θα βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχό μας, αλλά κάθε φορά κάτι μας ξεφεύγει. Όπως ο υδράργυρος όταν σπάει το θερμόμετρο κόβεται σε επιμέρους σφαίρες, έτσι και ο κόσμος έχει ιδιότητες υγρών, δεν συμπιέζεται από νόμους και δημιουργεί επιμέρους πρωτεϊκούς κόσμους, δηλαδή νέα ενεργά υποσύνολα τα οποία όπως η επιστήμη μπορεί να ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις αλλά έχουν συχνά φέρουν τόσο τα επιθυμητά όσο και τα αντίθετα αποτελέσματα.

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

Α. Να αναπτύξετε τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται

στο παραπάνω ψήφισμα και τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην

αθηναϊκή δημοκρατία.

1. λειτουργία των θεσμικών οργάνων που μνημονεύονται στο παραπάνω ψήφισμα

«έδοξε τη Βουλή και τω δήμο» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 85).

Αυτή ήταν η συνήθης επιγραφή των ψηφισμάτων, ενώ σε κάποια ψηφίσματα έχει μόνο το «έδοξε τη Βουλή» χωρίς να υπονοεί ότι διαφωνούσε ο Δήμος.

Ο Δήμος ή εκκλησία του Δήμου στον οποίο μετείχαν όλοι οι πολίτες ισότιμα «αποφάσιζε για όλες τις κρατικές υποθέσεις…λάμβανε μέρος στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και έδινε οδηγίες σε Στρατηγούς για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Εξ άλλου επιτηρούσε τη Βουλή και όλους τους άρχοντες. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο Δήμος είχε αρμοδιότητες που σήμερα έχουν η Βουλή (τη νομοθετική), και η Κυβέρνηση (την εκτελεστική, ως ελέγχων τα εκτελεστικά όργανα, Βουλή και άρχοντες) και επί πλέον μερικές δικαστικές», έτσι «ασκούσε τη λαϊκή κυριαρχία» (Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σελ 13,22). Εξέλεγε επίσης ένα συμβούλιο έμπειρων αντρών, τους άρχοντες, που είχαν τη δικαιοδοσία να εκτελούν τις αποφάσεις.

Η Βουλή των πεντακοσίων, όπου μετείχαν 50 αντιπρόσωποι από κάθε φυλή απ’ τις 10 συνολικά, ενώ όλοι οι πολίτες είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται βουλευταί, και η θητεία ήταν ετήσια. Επεξεργαζόταν «τα σχέδια των ψηφισμάτων του Δήμου» ενώ «αργότερα επιφορτίσθηκε να επιτηρεί την εκτέλεση των ψηφισμάτων και τη διοίκηση του κράτους» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 13).

Οι δέκα φυλές αν και τυπικά δεν ήταν θεσμικό όργανο ουσιαστικά ήταν η βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος– μετά την εφαρμογή τους απ’ τον Κλεισθένη - και η απαρχή της δημοκρατίας σε όποιες άλλες πόλεις την συναντούσαμε. Οι πολίτες αυτής της εποχής είχαν το θάρρος, «ώστε να ξεδιπλώσουν αυτό που βρίσκεται μέσα τους και να το διεκδικήσουν σε κοινωνικό επίπεδο» U. Wilamowitz, ό.π., σελ. 632), η ασχολία τους δε με τις υποθέσεις της πόλης ορίζει την πολιτική.

2. διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην αθηναϊκή δημοκρατία

Η εκκλησία του Δήμου…το 594 με μια «επαναστατική μάλλον και όχι κανονική συνεδρία»

όπου συγκάλεσε ο Σόλων ψήφισε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και «έκτοτε η εκκλησία του δήμου αποτέλεσε έναν παράγοντα που δεν μπορούσε να παραγνωριστεί» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 254). Ο Σόλων, πριν πεθάνει, πρόλαβε να δει ότι «ο φραγμός του»(βουλή των τετρακοσίων) δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την εκκλησία του δήμου να ψηφίσει να δοθεί σωματοφυλακή στον Πεισίστρατο, γεγονός που υπήρξε το πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση της τυραννίδας του» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 253).

«Ο όρος δημοκρατία πλάσθηκε πριν τα μέσα του 5ου αιώνα μαζί με τις τότε πολιτειακές αλλαγές, που έκαμαν το πολίτευμα κυριολεκτικά δημοκρατικό, δηλαδή το έθεσαν υπό το κράτος του δήμου «λαού» » (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 109). «Από τους μεγάλους συγγραφείς που σώζονται τα έργα τους μόνον ο Ηρόδοτος την επιδοκίμαζε ολόψυχα» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 335), ενώ αυτός αναφέρει για πρώτη φορά το ουσιαστικό (δημοκρατία) για «το πολίτευμα που προέκυψε από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ. 326).

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία χαρακτηρίζονταν από το «προβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης»

(Α. Andrewes, ό.π., σελ. 252), όπου η προκαταρκτική συζήτηση νόμων και ψηφισμάτων γινόταν στη βουλή και η τελική απόφαση παίρνονταν στην εκκλησία του Δήμου.

«Ο αθηναϊκός Δήμος ασκεί την υπέρτατη εξουσία σε όλες τις υποθέσεις της πόλης και έχει την εξουσία να κάνει ό,τι επιθυμεί», ενώ «βασιζόταν στην υποστήριξη μεγάλου αριθμού πολιτών που ήταν πρόθυμοι να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας και να ασκούν καθήκοντα ενόρκων» (R.K. Sinclair, Δημοκρατία και συμμετοχή στην αρχαία Αθήνα, μτφρ. Ε. Ταμβάκη, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997, σελ. 78,155).
«Η αθηναϊκή βουλή των Πεντακοσίων, που εκλέγονταν κάθε χρόνο με κλήρο ανάμεσα σε υποψηφίους που κατά κάποιον τρόπο είχαν προεπιλεγεί, ήταν το καταλληλότερο πρότυπο για μια δημοκρατική πόλη» και «έγινε το κυριότερο διοικητικό όργανο της πολιτείας» Η βουλή σκοπίμως δεν ήταν κανένα σεβάσμιο σώμα αποτελούμενο από προνομιούχα πρόσωπα μεγάλου κύρους, αλλά μια κάθετη τομή της ίδιας της εκκλησίας του δήμου» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 252-3-6).

«Η χρήση του κλήρου στις διάφορες πρακτικές της αθηναϊκής δημοκρατίας έπαιξε κρίσιμο ρόλο» γιατί «διατάραξε τη σχέση χάριτος – τη συνεχή υποχρέωση να δείχνουν απτή ευγνωμοσύνη όσοι είχαν ευεργετηθεί – και βοήθησε να αφαιρεθεί από αυτούς που μοίραζαν ευεργεσίες ή προστασία, ένα σημαντικό μέσο εξασφάλισης πολιτικών ανταλλαγμάτων» (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 20-1).

«Στις ολιγαρχικές επαναστάσεις του 411 και του 404 έγινε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της τάξης των οπλιτών για την προώθηση αντιδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Το 411 χρησιμοποιήθηκε πολύ το σύνθημα τα πολιτικά δικαιώματα να αποτελούν προνόμιο μόνο «εκείνων που μπορούν να υπηρετήσουν το κράτος προσωπικά ή με τα χρήματά τους» Ωστόσο, ο μέσος οπλίτης εξακολουθούσε να βλέπει με υποψία τους σκοπούς των εξτρεμιστών και , στο τέλος αντί να τους υποστηρίξει, πήγε με το μέρος του δήμου» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 311).

Λόγω της συμμετοχής των πολιτών στις εκκλησίες του Δήμου και τη συνεπακόλουθη απώλεια εισοδημάτων καθιερώθηκαν οι μισθοί, με όσα κακά τους προσάπτουν οι διάφοροι φιλόσοφοι ή ρήτορες όπως ο Δημοσθένης: «…όταν από δημοσιονομική στενότητα, δεν καταβάλλονταν μισθοί, δεν συνεδρίαζε ο Δήμος, η Βουλή, και τα Δικαστήρια, δηλαδή έπαυε να λειτουργεί το κράτος» αντίστοιχα δε ο Πλάτων μέσω Σωκράτη και αυτός μέσω αριστοκρατών για τον Περικλή «…τους κατάντησε αργόσχολους, κενούς, φλύαρους, και φιλοχρήματους(Γοργίας, 515e (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ. 562-3).

Υπήρχε ένας μύθος που αφηγείται ο Πρωταγόρας στο διάλογο του Πλάτωνα όπου «ο Ζευς φοβόταν ότι η ανθρωπότητα κινδύνευε να καταστραφεί ολοκληρωτικά γιατί ενώ κάθε άνθρωπος είχε προικιστεί με διαφορετικά ταλέντα για να επιβιώσει, οι προσπάθειες των ανθρώπων να συσπειρωθούν κατά του κινδύνου των άγριων θηρίων ιδρύοντας πόλεις είχαν αποτύχει* αδικούσαν ο ένας τον άλλο γιατί δεν είχαν την πολιτική αρετή – την τέχνη να συμμετέχουν στη ζωή της πόλης. Έτσι ο Ζευς έστειλε τον Ερμή για να μοιράσει στους ανθρώπους σεβασμό προς τους άλλους και μια αίσθηση δικαίου, αλλά όχι σε διαφορετικό βαθμό όπως συνέβη με τις τέχνες. «Ας έχουν όλοι το μερίδιό τους γιατί οι πόλεις δεν μπορούν να υπάρξουν όταν μόνο λίγοι έχουν ένα μερίδιο από αυτά όπως για τις άλλες τέχνες» ». (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 246).

Β. Να εξηγήσετε τη νομιμοποίηση της αυτοδικίας (η οποία αποκλείεται από

κάθε σύγχρονο σύστημα δικαίου) στο ψήφισμα του Δημόφαντου

λαμβάνοντας υπ’ όψιν αφενός την οργάνωση της δικαιοσύνης στην

κλασική Αθήνα αφετέρου τα ιστορικά συμφραζόμενα με τα οποία

συνδέεται το παραπάνω ψήφισμα.

1. οργάνωση της δικαιοσύνης στην κλασική Αθήνα

1. ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

α. Ο Δήμος

Μετά το 462 σπάνια διαχειριζόταν δικαστικές υποθέσεις, παραπέμποντάς τες στα ηλιαστικά δικαστήρια

β. Τα ηλιαστικά δικαστήρια

Θεωρούνταν αντιπροσωπευτικά του Δήμου, και «αποφάσιζαν ανέκκλητα για διάφορες υποθέσεις, δημόσιες και ιδιωτικές» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 13).

Γ. Η Βουλή

Είχε δικαστικές δικαιοδοσίες επί διοικητικών θεμάτων ή αν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ήταν δημόσιοι υπόλογοι ή οφειλέτες του δημοσίου. «Γενικά, οι υποθέσεις που εκδίκαζε η Βουλή, …ήσαν λιγότερο σπουδαίες από εκείνες που όφειλε να παραπέμψει σ’ ηλιαστικό Δικαστήριο ή στο Δήμο» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 316).

2. ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΜΕ ΜΗΛΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΟΒΙΑ

α. Άρειος Πάγος

«Γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα ο Άρειος Πάγος είχε χάσει όλες του τις παλιές δικαιοδοσίες, εκτός από την εκδίκαση υποθέσεων φόνου» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 252), και «εμπρησμού» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 13).

β. Εφέται

Έκριναν υποθέσεις πολιτών «για αθέλητη ανθρωποκτονία και μετοίκους κατηγορουμένους για ανθρωποκτονίες κάθε είδους» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 13)

3. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΕΤΗΣΙΩΝ ΚΛΗΡΩΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ

α. Το δικαστήριο του βασιλέως και των φυλοβασιλέων.

β. Το δικαστήριο των ένδεκα

γ. Το δικαστήριο των θεσμοθετών

δ. Τα δικαστήρια των Τετταράκοντα

ε. Το δικαστήριο των αποδεκτών

στ. Το δικαστήριο των Ναυτοδικών

ζ. Το δικαστήριο των Ξενοδικών

η. Δικαστήρια άλλων αρχόντων

2. τα ιστορικά συμφραζόμενα με τα οποία συνδέεται το παραπάνω ψήφισμα

Επειδή «…όσο σημαντικό είναι να ξέρουμε το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Σοφού, άλλο τόσο σημαντικό είναι να ξέρουμε σε ποιόν απευθυνόταν» (P. Leveque, P. Vidal-Naquet, ό.π., σελ. 89), στη συνέχεια η ανάλυση στα ιστορικά συμφραζόμενα θα μας βοηθήσει.

«Το 414 π.Χ. επήλθε η καταστροφή των αθηναϊκών και συμμαχικών δυνάμεων που είχαν εκστρατεύσει στη Σικελία» για πλουτοφόρες κατακτήσεις (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 111). Δεν είναι τυχαία την ίδια εποχή το 414 π.Χ. η απαγόρευση με ψήφισμα της πολιτικής κριτικής για άρχοντες χρησιμοποιώντας το όνομά τους. Ποιοί ήταν οι υπεύθυνοι που έστειλαν το Δημοσθένη στη Σικελία όταν ο Νικίας ζητούσε υποχώρηση; ούτε λόγος, σιωπή μπροστά σε 50.000 νεκρούς.

Το 413 π.Χ. έχουμε την κατάληψη της Δεκέλειας και την αντικατάσταση του φόρου στα λιμάνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας με 5% επί εισαγωγών και εξαγωγών, σταδιακά δηλαδή επιδεινώνεται το πολιτικό κλίμα… με το Δήμο να παίρνει «…γενικά αποφάσεις τυχοδιωκτικές, ανερμάτιστες, ασυνεπείς» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ. 448).

Μετά την καταστροφή, ομάδες νεαρών ολιγαρχικών, άρχισαν να τρομοκρατούν τους πολίτες, με αποκορύφωμα τη διάλυση της Βουλής το Μάιο του 411, και εγκαθίδρυση των Τετρακοσίων για τέσσερεις μήνες.

Παράλληλα όμως «η απόγνωση από τον τρόπο λειτουργίας της πλήρους δημοκρατίας και την ηγεσία ανθρώπων όπως ο Κλέων, ο Υπέρβολος, και ο Κλεοφών ήταν ένας παράγων που οδήγησε στην ολιγαρχική επανάσταση που οργανώθηκε από τις συντηρητικές δυνάμεις το 411» ταυτόχρονα «η αποτυχία όμως στον Πελοποννησιακό Πόλεμο ήταν ο κρίσιμος παράγων που οδήγησε στην ανατροπή της δημοκρατίας» (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 49).
Με την επικράτηση των μετριοπαθών ολιγαρχικών ο αρχηγός των ακραίων Αντιφών δικάστηκε και το «δικαστήριο αποφάσισε να θανατωθεί και να μην ταφεί, να δημευθεί η περιουσία του και να κηρυχθούν άτιμοι οι απόγονοί του» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 114).

Όταν έφθασαν στη Σάμο τα νέα της επανάστασης στην Αθήνα «συγκροτήθηκε βιαστικά μια συνέλευση από στρατιώτες και ναύτες, η οποία καθαίρεσε τους υπόπτους για ολιγαρχικές συμπάθειες στρατηγούς και όρισε στις θέσεις τους άλλους,…» ενώ αξίζει μνείας «γιατί προβάλει μια από τις πιο σημαντικές όψεις της πραγματικής υφής της ελληνικής πόλης: όντας, εξαρχής, μια ανθρώπινη κοινότητα, μια κοινότητα πολιτών, η πόλη μπορεί να ανασυσταθεί οπουδήποτε, ακόμη και μέσα σ’ ένα εκστρατευτικό σώμα» και «ήταν βέβαιοι ότι είχαν το δικαίωμα να συγκαλέσουν μια εκκλησία του δήμου και να εκλέξουν νέους στρατηγούς» (Claude Mosse, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000 – 31 π.χ., μτφρ. Λ. Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1996, σελ. 293)

«Μετά τη νίκη του αθηναϊκού στόλου υπό τον Αλκιβιάδη εναντίον του σπαρτιατικού έξω από την Κύζικο (άνοιξη του 410 π.Χ.), οι δημοκρατικοί αναθάρρησαν …και η παλαιά δημοκρατία αποκαταστάθηκε (το καλοκαίρι του 410 π.Χ.)» » (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 115).

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας αυτό είναι το πρώτο τους ψήφισμα, έτσι εξηγείται η αυστηρότητά του με το σκεπτικό της μείωσης των πιθανοτήτων να χαθεί ξανά η Δημοκρατία και η Ελευθερία των πολιτών με ένα νέο τυραννικό καθεστώς. Φρούδες ελπίδες όμως μια και το ψήφισμα μοιάζει με τραγική ειρωνεία το 404 π.Χ. Τότε οι τριάντα Τύραννοι με επικεφαλής των ακραίων ολιγαρχικών τον Κριτία, αυτόν που εξοστράκισαν το 410 και απ’ εκείνη «τη στιγμή γεννιέται και το σφοδρό του μίσος εναντίον του δήμου» (U. Wilamowitz, ό.π., σελ. 141), επανέφεραν τη ολιγαρχία για λίγο μεν χρόνο κακά δε αποτελέσματα.

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 410 ακολουθήθηκε από μια «δεύτερη αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403, ηγέτες της οποίας ήταν άνθρωποι πολύ μετριοπαθείς, άρχισε με μια αμνηστία, που θεωρείται η πρώτη του είδους* ακόμη και δεξιοί θεωρητικοί παραδέχονται ότι ο δήμος συμπεριφέρθηκε καλύτερα από τους αντιπάλους του» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 334).

Οι αναφορές στην ολιγαρχία του 404 έγιναν για να δοθεί έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσθηκαν οι ακραίοι ολιγαρχικοί. Και στις δύο φορές βλέπουμε την υπερβολή να επιβάλλεται, όπου τη πρώτη φορά η εκτέλεση και η μη ταφή του Αντιφών δεν λειτούργησε προς παραδειγματισμό… το αντίθετο μάλιστα μια και ο Κριτίας (μετά τον εξοστρακισμό) ήταν ότι χειρότερο, εξ’ ου και η θετική έκπληξη όλων με την συμπεριφορά των δημοκρατικών το 403 όπου ανέλαβαν ακόμη και τα χρέη των ολιγαρχικών.

Οι Αθηναίοι όταν αντέδρασαν με τον καλύτερο τρόπο, δίδαξαν πολιτική υπευθυνότητα με επακόλουθο την μακροχρόνια εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Η δικαίωση εν βρασμώ δεν αποτελεί πολιτική θέση, και δεν μπορεί παρά να περιμένει κάποιος μόνο τα χειρότερα.

Η θέση όμως της αντίληψης εκ μέρους των αντιπάλων – των ολιγαρχικών – για το τι ακριβώς έκαναν δίνει το δικαίωμα και την απαίτηση του παραπάνω ψηφίσματος… η σοφία δε του ψηφίσματος είναι ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

Η αυτοδικία στο ψήφισμα αυτό ενέχει θέση τιμής, οι πολίτες πρέπει να υπερασπιστούν την πόλη τους και το πολίτευμά της ξέροντας ότι η μη συμμετοχή είναι ανυπόφορη. Όπως στον Όμηρο «την τρυφερή σκηνή του αποχαιρετισμού του Έκτορα και της γυναίκας του της Ανδρομάχης γνώριζε πόσα άλλα έμελλε να χαθούν όταν ο ήρωας ανταποκριθεί στην πρόσκληση της τιμής* ωστόσο παρουσιάζει αυτή την πρόσκληση σαν να είναι υπέρτερη από κάθε άλλη σκέψη» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 292), έτσι και οι Αθηναίοι με το συγκεκριμένο ψήφισμα δίνουν όρκο τιμής για προστασία της πόλης της πολιτικής, και της εκκλησίας από κάθε τύραννο, που θα τολμήσει να καταλύσει την ελευθερία και την δημοκρατία της πόλης.

3. νομιμοποίηση της αυτοδικίας (η οποία αποκλείεται από κάθε σύγχρονο σύστημα δικαίου) στο ψήφισμα του Δημόφαντου

Το 501/0 π.Χ. καθιερώθηκε ο βουλευτικός όρκος «που δέσμευε τους βουλευτές αφενός να συντρέχουν με λόγο και με έργα, με την ψήφο τους και με τα χέρια τους στη θανάτωση εκείνων που θα έκαναν απόπειρα να καταλύσουν το πολίτευμα, καθώς και των συνεργών τους, και αφ’ ετέρου να τιμούν ως όσιον τον πολίτη που θα σκότωνε τον τύραννο» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ 105).

Βλέπουμε λοιπόν την αυτοδικία - ως όρκο - να περνά από τα χέρια των βουλευτών στα χέρια των πολιτών μέσα σε 90 έτη. Οι πολίτες με την υπεράσπιση του κράτους κύριο καθήκον, δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου να επωμισθούν ένα μέρος του όρκου των βουλευτών ίσα ίσα θα λέγαμε.

Η αυτοδικία ξεκίνησε σαν αναφαίρετο δικαίωμα των ανθρώπων προκειμένου να

υπερασπίζονται τη ζωή τους, ενώ περιορίστηκε και εξαλείφτηκε σταδιακά (σε κάθε σύγχρονο σύστημα δικαίου) στην αρχή με την δημιουργία της πόλης και στη συνέχεια ανάλογα με τον βαθμό πολιτισμού σε αυτές. Η πόλη διέθετε αρκετούς πόρους για το ευ ζην ενώ «παρέχει αυτάρκεια στους ανθρώπους και την ευκαιρία να αναπτύξουν τις ικανότητές τους στον ύψιστο βαθμό και να πραγματοποιήσουν τις υψηλότερες φιλοδοξίες τους» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 98) ενώ κατά τον Αριστοτέλη αποτελεί την καλύτερη πολιτική κοινότητα. Η πόλη ήταν το ζυμάρι της δημοκρατίας και η αυτοδικία με το θάνατο είναι βόμβα διασποράς αφήνει τραύματα και αλλού ενώ η νομιμοποίηση της αυτοδικίας γεννά βεντέτα.

Για την τότε πόλη «οι τυραννοκτόνοι ήταν οι πρώτοι άνθρωποι προς τιμήν των οποίων στήθηκαν ανδριάντες στην Αγορά και όταν ο Ξέρξης αφαίρεσε τα αρχικά αγάλματα το 480 τους αφιέρωσαν νέα», ενώ «ήταν σύμβολο πνεύματος του αθηναϊκού λαού»*εκπλήσσει δε η ανάγκη των Αθηναίων να δημιουργήσουν ήρωες και μετέπειτα μύθους για τους τυραννοκτόνους και αυτό ενώ πρώτον «ο Θουκυδίδης υποστήριζε ότι η αιτία της τυραννοκτονίας ήταν κάποια προσωπική έχθρα», και ο Ηρόδοτος «παρατήρησε ότι ο φόνος του Ιππάρχου έκανε ακόμη σκληρότερη την κυριαρχία του Ιππία» (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 2,3), και δεύτερο στην πραγματικότητα όφειλαν την απελευθέρωσή τους από τον τύραννο Ιππία το 510 στην επέμβαση των Σπαρτιατών.
Πολλές φορές φαίνεται να επαναλαμβάνεται η ιστορία σε διαφορετικό χρόνο, και αυτές οι

επαναλήψεις ενοχλούν τους ιστορικούς ως αντίδραση που λαμβάνουν απ’ το αναγνωστικό

κοινό λόγω των εργασιών τους… «Αντίθετα, όμως, δεν είναι ίσως τα γεγονότα εκείνα που τείνουν να αντιγράψουν το ένα το άλλο, σε ένα κόσμο όπου κάθε ενέργεια τείνει να μιμηθεί μια προηγούμενη ενέργεια, όπου και η καινοτομία ακόμα θέλει να εμφανίζεται σαν επανάληψη;» (P. Leveque, P. Vidal-Naquet, ό.π., σελ. 47).

Η σύνδεση αυτοδικίας με αυτοθυσία είναι αυτονόητη όταν κάνεις το πρώτο βήμα γι’ αυτό και ο όρκος μεριμνά για την οικογένεια του τυραννοκτόνου ενώ ο Πλάτωνας λέει για την αυτοθυσία «…πόσον ζωηρά τους συγκινεί ο πόθος να γενούν ονομαστοί κι αθάνατη μές στους αιώνες να θεμελιώσουν δόξα» (Ι. Συκούτρης, Πλάτωνος Συμπόσιον, Κάκτος, Αθήνα 1986, σελ. 166, 208c).

Γ. Ο όρκος που θεσπίζεται με την παραπάνω απόφαση αποτελεί μια από τις
χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις προσωπικής συμμετοχής των αθηναίων

πολιτών στον δημόσιο βίο της πόλεως. Ωστόσο, από το πλαίσιο της

αθηναϊκής δημοκρατίας απουσιάζουν ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες.

Ποιες είναι αυτές και πώς ερμηνεύεται ο αποκλεισμός τους;

1. Ο όρκος που θεσπίζεται με την παραπάνω απόφαση αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες διατυπώσεις προσωπικής συμμετοχής των αθηναίων πολιτών στον δημόσιο βίο της πόλεως

Για τους πολίτες «η υπεράσπιση του κράτους θεωρούνταν το κύριο καθήκον» ενώ «συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων δεσμευτικών για όλη την κοινότητα» έχοντας την εξουσία στα χέρια τους (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 51). Η προσωπική συμμετοχή των αθηναίων πολιτών στο δημόσιο βίο, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο είναι θεμέλιος λίθος της αθηναϊκής δημοκρατίας ενώ ο όρκος αποτελεί ένα εκ των ων ουκ άνευ λόγο νομικής στήριξης της ποιότητας της πολικής ζωής τους και της δημοκρατίας.

Επί της ουσίας δεν είχε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, μια και από το 501 π.Χ. που ίσχυε αντίστοιχος νόμος για τους βουλευτές δεν αναφέρεται πουθενά βουλευτής να σκοτώνει τύραννο. Πιο πολύ λόγοι φόβου και ανασφάλειας, έδωσαν το δικαίωμα οι πολίτες να έχουν ένα ακόμη λόγο - να ενεργούν ως άτομα - και κίνητρο - ως ομάδα -, να σκέφτονται την πόλη.

Η δημοκρατία για κάποιους σκότωσε την πόλη. «Το βασικότερο στοιχείο ενός κράτους είναι η εξουσία. Η εξουσία είναι κάτι που ασκείται επάνω στη μάζα. Όποτε η δύναμη αυτή πέφτει στα χέρια δημαγωγών, στους οποίους η ανόητη μάζα πιστεύει, τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί κάποιος καλύτερος, το αποτέλεσμα είναι κάποιοι από τους πιο λαμπρούς πολίτες να αηδιάζουν και να αποτραβιούνται στον δικό τους κόσμο. Αυτό έκαναν και οι περισσότεροι από τους φιλοσόφους» U. Wilamowitz, ό.π., σελ. 450), με εξαιρέσεις όπως ο Σωκράτης. Αντίθετα η συγκεκριμένη προσωπική συμμετοχή των αθηναίων είναι ταυτόχρονα μια «κρίση της πόλης» όταν «οι παραδοσιακές ηθικές και θρησκευτικές αξίες κλονίστηκαν και ο άνθρωπος ως άτομο απέκτησε μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι η κοινότητα» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 34).

«Η ιδιότητα του πολίτη απονεμήθηκε στους δολοφόνους του Φρυνίχου, του ολιγαρχικού ηγέτη του 411», ενώ προτάθηκε να αμειφθούν το 409 «με ένα χρυσό στέφανο» (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 28,104), και ίσως εδώ είναι μεγαλύτερο το κίνητρο για τους «πολίτες» μη πολίτες δίνοντας ένα όνειρο στη μάζα που δεν συμμετείχε στα κοινά, ως αναγνώριση και αμοιβή.
Οι Αθηναίοι λοιπόν είχαν ανάγκη τους τυραννοκτόνους και καλλιεργούσαν τους μύθους ακόμη και με την τέχνη, όπως με τα ορειχάλκινα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα λέγοντας «σε ερώτηση πολίτη ποια ήταν η καλύτερη ποιότητα ορείχαλκου;» απαράμιλλη ήταν η απάντηση του Διογένη: «αυτός που είναι φτιαγμένο το άγαλμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα»

2. από το πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας απουσιάζουν ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες,

ποιες είναι αυτές και πώς ερμηνεύεται ο αποκλεισμός τους;

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, «δεν μοιάζει με καμία άλλη αρχαία ελληνική δημοκρατία… προηγήθηκε απ’ όλες τις άλλες… υπήρξε η σταθερότερη όλων… η μακροβιότερη όλων… ενώ διακρίνεται για την ευρηματικότητά της… και τη ριζοσπαστικότητά της» (Μ.Β. Σακελλαρίου, ό.π., σελ. 579).

Η λειτουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας στηριζόταν στον πολίτη – άνδρα - ενώ κυρίαρχη διαφορά έπαιζαν οι κοινωνικές τάξεις, με αποκλεισμό των πληθυσμιακών ομάδων των γυναικών, των δούλων, και εν μέρει των μετοίκων.

«Στην Αθήνα μπορούμε να πούμε ότι ο ρόλος των γυναικών στη δημόσια ζωή περιοριζόταν ουσιαστικά στη θρησκεία», ενώ «δεν μπορούσαν να κατέχουν νόμιμα ιδιωτική περιουσία και, κατά συνέπεια, αποκλείονταν από την κοσμική δημόσια ζωή» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 49). Πολιτικό ρόλο αναλαμβάνουν μόνο στην κωμωδία του Αριστοφάνη Εκκλησιάζουσες όπου «για να αποκτήσουν τον έλεγχο της Εκκλησίας – πηγαίνοντας στην Πνύκα ξημερώματα, προτού να φθάσουν οι άνδρες, και «καπελώνοντας» τη συνέλευση, διαλέγοντας προσεκτικά τις εισηγήτριες, καταστρώνοντας τακτικές σχετικά με το χειροκρότημα, τις διακοπές και την αντιμετώπιση των προσβολών» (R.K. Sinclair, ό.π., σελ. 165).

Η δουλεία αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας και «οι δούλοι θεωρούνταν ιδιοκτησία του αφέντη τους και δεν είχαν κανένα απολύτως δικαίωμα», ήταν συνήθως ξένοι αλλά και ένας ελεύθερος έλληνας μπορούσε να περιέλθει σε κατάσταση δουλείας, «μια κατάσταση που δεν είχε τίποτα το αξιοζήλευτο» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 41).

Οι μέτοικοι – ξένοι με μόνιμη διαμονή – «είχαν γενικά όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα πολιτών, εκτός από το ότι δεν μπορούσαν να είναι ιδιοκτήτες γης ή να συμμετέχουν στην πολιτική* επίσης υποχρεώνονταν να πληρώνουν πρόσθετο φόρο» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 41).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«Μετά τα ολιγαρχικά κινήματα του 411 και του 404, έγινε σαφές ότι δεν υπήρχαν προοπτικές για το ξερίζωμα της δημοκρατίας παρά μόνο με τη βοήθεια κάποιας εξωτερικής δύναμης* έτσι μολονότι η τάξη των διανοούμενων ήταν τώρα σχεδόν στο σύνολό της απογοητευμένη από τη δημοκρατία, η αντιδικία είχε χάσει κάτι από την οξύτητά της» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 286).

Ο κοινωνικός κόσμος των αρχαίων Ελλήνων χαρακτηρίζεται από την «ευχαρίστηση που ένοιωθαν να ωθούν τη σκέψη και τη δράση στα άκρα, κάποια έλλειψη ευαισθησίας και σκληρότητα, ανάμεικτη με εξυπνάδα και ευθυμία, μια ανάγκη να εκμεταλλεύονται στο έπακρο την προσωπική δύναμη, τον πλούτο και την ομορφιά τους και μια απροθυμία για συμβιβασμούς» με ιδανικό την αρετή όπου «σημαίνει ικανότητα για κάτι που ξεπερνά το συνηθισμένο» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 291).

«Οι Έλληνες όχι μόνο εφηύραν την πολιτική αλλά υπήρχαν επίσης πολύ εφευρετικοί στις πολιτικές δομές που δημιούργησαν καθώς και στις πολιτικές τους συνήθειες» (Α. Κακουζέλη, ό.π., σελ. 87).

Σήμερα οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές θα είναι περισσότερο έργο των κοινωνικών κινημάτων παρά των πολιτικών κομμάτων, και εδώ βλέπουμε μια απροσδόκητη ταύτιση με την λειτουργία της Αθήνας τότε, βλέπουμε αντίστοιχα να φύεται μια μορφή άμεσης δημοκρατίας μπροστά στη αναξιοπιστία και τη διαφθορά του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Θα διδαχθούμε απ’ τα λάθη του τότε; Οι open wave ανθρώπινες σχέσεις φιλοδοξούμε να οδηγήσουν στο φαινόμενο της ανέλιξης της δημοκρατίας και του εκδημοκρατισμού της, όπου οι διαφορές θα λύνονται με διάλογο, και όχι με τη βία και το νόμο της ζούγκλας.

Η παγκοσμιοποίηση δεν περιορίζεται σε μια γωνιά του πλανήτη, εξαπλώνεται σχεδόν παντού είναι αυτή που θα συμβάλει ουσιαστικά σ’ αυτή την κοινωνική ανέλιξη, είναι ένα αμιγώς επαναστατικό φαινόμενο, και ένα νέο ανθρώπινο ρεύμα, εξ’ ου και είναι αναγκαία η προσεκτική και όχι δημαγωγική ανάλυσή του, μια και οι δημαγωγοί οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα και στην απαξίωση των θεσμών.

Εκ θέσεως και χρόνου σήμερα βλέποντας τους «Έλληνες» (με την αθηναϊκή παιδεία κατά τον Ισοκράτη) αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τους ήταν η ικανότητα «να στοχάζονται ελεύθερα και εποπτικά, παραμερίζοντας μύθους ή αυθεντίες» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 363).

Το σημαίνον δε δεν είναι οι απαντήσεις που δόθηκαν «όσο το γεγονός ότι διατυπώθηκαν οι ερωτήσεις αυτές, και ότι διατυπώθηκαν με αυτό τον τρόπο» ενώ «έχουν ακόμη τη δύναμη να μας ξαφνιάζουν και να οξύνουν τη θεώρησή μας για τον κόσμο στον οποίο ζούμε» (Α. Andrewes, ό.π., σελ. 379-390).

Αυτό που συμπεραίνουμε είναι ότι δεν αρκεί η απλή εφαρμογή των νόμων, και δεν σωφρονίζουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής του πολίτες όταν …

Απαιτείται μια συνολική αληθή στάση από πλευράς πολιτείας και πολίτη βασισμένη σε αρχές δικαιοσύνης, αλήθειας, γνώσης, και εμπειριών εφαρμογής των μέχρι τώρα συστημάτων.

Εκείνες δε οι εποχές ήταν εποχές ηρώων σε αντίθεση με αυτά που υποστηρίζει ο Συκούτρης για το σήμερα… « βρεθήκαμε σε μιαν εποχή που μπορεί να έχει όλες τις αρετές, δεν έχει όμως ηρωικότητα . Και χωρίς ηρωικότητα τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί, και ιδίως το παρελθόν»

(Ι. Συκούτρης, ό.π., σελ. 166, 208c)

Πόσο λίγο βοηθούν τα σύμβολα στην αντίληψη, πως μπορεί ο κάθε καλοπροαίρετος να γίνει συνένοχος απ’ την ανάγκη να υπάρχει σ’ ένα πολιτικό χώρο* έχει κόστος η ελευθερία άλλωστε τα περισσότερα ‘ζώα’ είναι μαντρωμένα.

«Εάν δεν γίνουν οι φιλόσοφοι βασιλείς ή οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν θα μπορέσουν να σταματήσουν τα δεινά στις πόλεις μας ή, φαντάζομαι αυτά του ανθρώπινου γένους» (Πλάτων, Πολιτεία Ε 473c-d), αντίθετα ο U. Wilamowitz λέει «κατά γενική ομολογία, η φιλοσοφία αποδείχτηκε κακός σύμβουλος σε πολιτικό επίπεδο» (U. Wilamowitz, ό.π., σελ. 608) και ο ομοεθνής του γερμανός Bismarck συμπλέει μαζί του με το «τρεις καθηγητές αρκούν για να διαλύσουν ένα κράτος».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



Α. Andrewes, Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1987.

P. Leveque

P. Vidal-Naquet, Κλεισθένης ο Αθηναίος, μτφρ. Στ. Γεωργοπούλου, Ευρύαλος, Αθήνα 1989.

Claude Mosse, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000 – 31 π.χ., μτφρ. Λ. Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1996.

Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.

R.K. Sinclair, Δημοκρατία και συμμετοχή στην αρχαία Αθήνα, μτφρ. Ε. Ταμβάκη, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997.

U. Wilamowitz Πλάτων, μτφρ. Ξ. Αρμύρος, Κάκτος, Αθήνα 2005.

Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999.

Α. Κακουζέλη, «Οι αξίες των αρχαίων ελλήνων», στο Ι. Γιαννόπουλος κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Β’, ΕΑΠ, Πάτρα 2000.

Ι. Συκούτρη, Πλάτωνος συμπόσιον, Κάκτος, Αθήνα 1986.


Αυτό που γίνεται και που αιώνια ζει

μ’ αγάπης αγκαλιά σας περιζώνει,

κι ό,τι πλανιέται σε αιωρούμενη μορφή

με σκέψεις που δε σβήνουνε στεριώνει.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

ΕΛΠ 10 εργ.2η Το γλωσσικό ζήτημα


ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θεματική Ενότητα: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
Ακαδ. Έτος: 2007-2008
Όνομα Καθηγητή: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ
«Εις ποίαν δεινήν άγνοιαν και πλάνην ευρίσκονται όσοι δια την ατέλειαν της κοινής γλώσσης προτιμώσι να γράφωσιν Ελληνικά, ήγουν εις γλώσσαν, ήτις έπαυσεν προ πολλού να λαλήται και εις την οποίαν, και όταν ακόμα ελαλείτο, ήταν τόσο ολίγοι οι γράφοντες καλώς….Ας καταγινώμεθα όλοι εις την μετά λογισμού διόρθωσιν της κοινής του γένους γλώσσης, της οποίας η τελείωσις κρέμεται από την εκλογήν των νοημάτων, από την εκλογήν των λέξεων και από την έντεχνον αυτών σύνθεσιν και συμπλοκήν» (Αδ. Κοραή, Στοχασμοί αυτοσχέδιοι περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης)

«Όμως όχι μίαν φοράν, αλλά πολάκις ήλεγξα τους νομοθετούντας αυτογνωμόνως τα περί γλώσσης, κατέκρινακαι τον άκρον αυτής εξελληνισμόν…….και τον ολοτελή χυδαϊσμόν……. Κι έκρινα ότι η μέση τούτων οδός ήταν η μόνη ισονομική οδός, ικανή να ευχαριστήση όλα του έθνους τα μέλη» (Αδ. Κοραή, Επιστολή προς «Λόγιον Ερμήν».

«Σοφολογιώτατος: Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά (αν και) έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.
Ποιητής: Οι ευχές όπου κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει ξαναζήση ποτέ όσο γράφετε με τον τρόπο τον εδικόν σας.
Σοφολογιώτατος: Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω , καθώς θέλει ο Κοραής, τες λέξεις μας με τα σχήματα της παλαιάς;
Ποιητής: Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμεις τέτοια διόρθωση;
Σοφολογιώτατος: Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνη με την οδηγία της μητρός της. Όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε και να πούμε ομμάτιον» (Διον. Σολωμός, Διάλογος)

Σας δίνονται τα παραπάνω αποσπάσματα από το έργο του Αδ. Κοραή και του Διον. Σολωμού αντίστοιχα. Με βάση τα αποσπάσματα αλλά και τις γνώσεις σας από το 4ο κεφάλαιο του Α’ τόμου της «Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό» του ΕΑΠ, σε οκτώ δακτυλογραφημένες σελίδες

Α. Να εντοπίσετε τα τρία κυρίαρχα ρεύματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα, τα οποία περιέχονται στα παραπάνω αποσπάσματα (με αναφορές στο κείμενο).
Β. Να ανιχνεύσετε την αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος στην αρχαιότητα.
Γ. Να εξηγήσετε μέσα από ποιες εξελίξεις προέκυψαν οι τρεις μορφές της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4
Α. Να εντοπίσετε τα τρία κυρίαρχα ρεύματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα,
τα οποία περιέχονται στα παραπάνω αποσπάσματα
(με αναφορές στο κείμενο). ΣΕΛ. 4
Β. Να ανιχνεύσετε την αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος στην αρχαιότητα. ΣΕΛ. 6
Γ. Να εξηγήσετε μέσα από ποιες εξελίξεις προέκυψαν οι τρεις μορφές
της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της
ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. ΣΕΛ. 8
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 10
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 11
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην ελληνική «γλώσσα αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά έννοιες θεμελιώδεις για τον δυτικό πολιτισμό (όπως: ιστορία, θεωρία, φιλοσοφία, …δημοκρατία, πολιτική, διάλογος, ποίηση, πρόβλημα, θέση), οι οποίες παρέμειναν σε χρήση σε όλες τις περιόδους της και σε όλες τις μορφές της (γραπτή, προφορική, επίσημη, λογοτεχνική, λαϊκή) (Ι. Βούρτσης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», στο Ι. Βούρτσης κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 247). Είναι μια γλώσσα με μοναδική ιστορική συνέχεια και ενότητα όπου οι διαδοχικές μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου δεν επηρέασαν τη συνοχή της δομής και το λεξιλόγιό της, σε αντίθεση με το «έπεα πτερόεντα = λόγια που πετούν και φεύγουν».
«Η ουσία του ανθρωπισμού περνάει κατά τον Herder μέσα από την ιστορία των λαών και των εποχών αποκαλύπτοντας ο κάθε λαός την ιδιαιτερότητα του στην ποίηση και στην Γλώσσα» (Γεωργούλη Δ.Κ., Φιλοσοφία της Ιστορίας, Αθήνα 1993, Παπαδήμα σ.128).
Κάθε λαός λοιπόν βρίσκει έναν ιδιαίτερο δρόμο για να φτάσει στον ανθρωπισμό, και εμείς ευελπιστούμε να τον βρούμε, μια και τον χάσαμε ουκ ολίγες φορές. Βλέποντας τη γλώσσα ως καταλύτη ανέλιξης και ανύψωσης του ανθρώπου, από το επίπεδο της βιολογικής ύπαρξης προς τον ανθρωπισμό, και παραλληλίζοντάς την (την γλώσσα), με την ιδιωτική χρήση του λόγου που κάνει ο άνθρωπος, όταν είναι ‘μέρος ενός μηχανισμού’ δηλαδή όταν έχει ενεργό ρόλο να παίζει στην κοινωνία, παρατηρούμε την υπεραξία που αποκτά αυτό το δίδυμο άνθρωπος-λόγος. Μια υπεραξία που υπερβαίνει τα απλά αθροίσματα, δημιουργώντας κοινό αγαθό, που αγγίζει την ύβρη του Νίτσε «όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινό αγαθό» (Νίτσε, Το μέλλον των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μας, 1998α, σελ. 50). Το κοινό αγαθό γίνεται απευθείας δημόσιο αγαθό, και είναι προϊόν του λειτουργήματος, όταν ο λόγος καθίσταται αξία της κοινωνίας, όταν υπάρχει ελεύθερη χρήση του χωρίς να υπόκεινται και να εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς. Οι κοινωνοί αυτού του ελεύθερου λόγου συλλογίζονται ελεύθερα, όχι σαν μέρος ενός μηχανισμού αλλά σαν μέλος της ανθρωπότητας, με ελεύθερη και δημόσια χρήση του λόγου. Ίσως έτσι δούμε το «φως του Αιγαίου», το διαφωτισμό, -υπερβαίνοντας τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν προσωπική ελευθερία σκέψης - ανερχόμαστε σε καθολική ελεύθερη και δημόσια χρήση του λόγου. Αυτό είναι «φως» από το λόγο, όταν η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τον δικό της λόγο, χωρίς να υπόκεινται σε καμία εξουσία.
Ο φόβος για το άγνωστο φέρνει τις κοινωνίες να κλείνονται στον εαυτό τους. Αντιδρούν στην αναζήτηση καινούργιων τρόπων έκφρασης αντιδρούν στο μέλλον, είναι κοινωνίες νεκρών ιδεών, κοινωνικά απολιθώματα αποτυχημένων ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων, γεννημένοι συνταξιούχοι. Είναι κοινωνίες αντιπάλων και όχι ομάδων, είναι κοινωνίες προσδιορισμών και ‘όσο το προσδιορίζουν - το γλωσσικό θέμα - τόσο το περιορίζουν’.
Σεβόμενοι αυτή την αρχή, θα αναφερθούμε προσεχτικά στα τρία κυρίαρχα ρεύματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα (αρχαϊσμός, καθαρευουσιανισμός, δημοτικισμός), τα οποία περιέχονται στα αποσπάσματα, και θα εξηγήσουμε μέσα από ποιες προθέσεις, εξελίξεις, και διαδικασίες προέκυψαν οι τρεις μορφές της ελληνικής γλώσσας απ’ το ξεκίνημα της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους, όπου και θα εστιάσουμε στους «περιοδικούς νικητές».
Στην συνέχεια και στη χρονική πορεία της γλώσσας, θα ανιχνεύσουμε την αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος στην αρχαιότητα με τον «Αττικισμό» του 1ου π.Χ., αιώνα με αποτέλεσμα τη διάσπαση της τότε ελληνικής γλώσσας, σε γραπτό λόγο (κλασσική αττική γλώσσα του 5ου π.Χ. αιώνα), και προφορικό λόγο (εξελιγμένη και απλουστευμένη μορφή Ελληνικής – Αλεξανδρινή Κοινή-).
Κοινό γνώρισμα δε όλων αυτών των ρευμάτων είναι η ρυθμιστική αντιμετώπιση του ζητήματος της γλώσσας, και η ύπαρξη θέσεων. Έτσι ξεκινά το πρόβλημα, όχι απ’ τις θέσεις τους, αλλά απ’ την στήριξη αυτών όπου «συστηματικά και μυωπικά αγνοήθηκε πάντοτε η μία ή η άλλη διάσταση της γλωσσικής μας επικοινωνίας» (Γ. Μπαμπινιώτη, «συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Αθήνα 1986, σελ.171), δεν έβλεπε ο ένας, τα καλά του άλλου.
“Πανηλιθιότατος: τιμή και δόξα στη λήθη”-“Ποιητής: την Κυριακή θα ακούσουμε την μπάντα!”
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Α. Να εντοπίσετε τα τρία κυρίαρχα ρεύματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα, τα οποία περιέχονται στα παραπάνω αποσπάσματα (με αναφορές στο κείμενο).
Β. Να ανιχνεύσετε την αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος στην αρχαιότητα.
Γ. Να εξηγήσετε μέσα από ποιες εξελίξεις προέκυψαν οι τρεις μορφές της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους.
Α. Να εντοπίσετε τα τρία κυρίαρχα ρεύματα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα, τα οποία περιέχονται στα παραπάνω αποσπάσματα (με αναφορές στο κείμενο).
«Η νέα ελληνική δεν είναι μια γλώσσα ολότελα νέα που προέρχεται από την αρχαία
ελληνική, είναι η σύγχρονη μορφή μιας γλώσσας που δεν είναι νεκρή, της ελληνικής»
(Tonnet, 1995, σ. 186). Ο προφορικός λόγος προηγήθηκε του γραπτού και είναι αυτός χρησιμοποιείται κατά κόρον. Όπως οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων δημιουργεί ανάλογη εικόνα όπου προσαρμόζει και προσαρμόζεται στο περιβάλλον που καλείται να φανερωθεί. Λόγω επιρροών οι αλλαγές που παρατηρούμε στον προφορικό λόγο είναι σημαντικές, και προηγούνται κάθε φορά του γραπτού. Ο γραπτός με καθυστέρηση και ηθμούς αφομοιώνει τις αλλαγές με διαφορά φάσης. Ο προφορικός λόγος είναι ταυτισμένος με την κίνηση του σώματος και περιέχει την ένταση και την πληρότητα του νοήματος των λέξεων ταυτόχρονα με τα ιδιόρρυθμα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που τον χρησιμοποιούν. Η διαφορετικότητα λοιπόν, πότε από ουσία πότε από θέση, γίνεται κομμάτι του προφορικού λόγου και οι αλλαγές από γενιά σε γενιά δοκιμάζονται, και μένουν οι πιο ανθεκτικές στο χρόνο. Στην πορεία εξέλιξης της γλώσσας παρατηρούμε φωνητικές, φωνολογικές, μορφολογικές, συντακτικές, σημασιολογικές και λεξιλογικές μεταβολές, ενίοτε δε και ρατσιστικές έως φασιστικές θέσεις στην πορεία αυτή, και τούτο αποτελεί το δηλητήριο σε κάθε τι νέο.
Οι δημιουργικές αναζητήσεις εθνικής γλώσσας ερεθίζονται με την επί αιώνες «διγλωσσία» ενώ «δημιουργήθηκε σύγχυση από την επιμονή των διαφόρων παρατάξεων του γλωσσικού ζητήματος να χωρίζουν τα γλωσσικά φαινόμενα σε «σωστά» και «λάθος», αντί να μελετούν τη γλωσσική πραγματικότητα» (
Peter Mackridge, «Νεότερη Εποχή», ‘Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας’, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, επιμ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Αθήνα 1999, σελ. 236), οι γλωσσικές δε αντιπαραθέσεις, έχουν ρίζες πέρα από γλωσσικά ζητήματα σε πολιτικό-θρησκευτικό επίπεδο, ενώ στο γλωσσικό ζήτημα διακρίνουμε τρία κυρίαρχα ρεύματα:
Α. H κλασικιστική άποψη θέλει αρχαία ελληνικά εδώ και τώρα, γλώσσα «ελληνική» όπως την έλεγαν, εννοώντας την αρχαιοελληνική
Γιατί είναι η μόνη καθαρή μορφή ελληνικών και δεν έχει φθορές από άλλες γλώσσες
«Σοφολογιώτατος: Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά (αν και) έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.

Σοφολογιώτατος: Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνη με την οδηγία της μητρός της. Όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε και να πούμε ομμάτιον» (Διον. Σολωμός, Διάλογος).
Ο Δ. Σολωμός δίνει τον γλωσσικό τόνο του 19ου αιώνα, τόσο με την προσωπικότητά του όσο και με το έργο του. Ο «Σοφολογιώτατος» ανήκει στο πρώτο ρεύμα, των λογίων και δασκάλων που επιθυμούν την επιστροφή στις ρίζες των αρχαίων ελληνικών. Με το συγκεκριμένο απόσπασμα του «Διαλόγου» σε φυσική γλώσσα κατ’ αυτόν και «χυδαία» ή «χυδαϊστική» κατά τους άλλους, «καταβαραθρώνεται και ο σχολαστικός δάσκαλος που περιφρονεί και πολεμά τη γλώσσα του λαού» (Γ. Κεχαγιόγλου, «Δ. Σολωμός και Επτανησιακή Λογοτεχνία» στο ‘Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας’, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, επιμ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Αθήνα 1999, σελ. 253), ενώ η χρήση της λέξης «Σοφολογιώτατος» γίνεται για να τονίσει την ειρωνεία σε υπερθετικό βαθμό.
Β. H δεύτερη άποψη- καθαρεύουσα - αναγνωρίζει την ομιλούμενη ή κοινό ιδίωμα
Για τη σημασία της στη χρήση από το λαό και για την επιρροή της στη μέγιστη μάζα
αλλά επιθυμεί να την "καθαρίσει" και να την "βαπτίσει":
«Εις ποίαν δεινήν άγνοιαν και πλάνην ευρίσκονται όσοι δια την ατέλειαν της κοινής γλώσσης προτιμώσι να γράφωσιν Ελληνικά, ήγουν εις γλώσσαν, ήτις έπαυσεν προ πολλού να λαλήται και εις την οποίαν, και όταν ακόμα ελαλείτο, ήταν τόσο ολίγοι οι γράφοντες καλώς….Ας καταγινώμεθα όλοι εις την μετά λογισμού διόρθωσιν της κοινής του γένους γλώσσης, της οποίας η τελείωσις κρέμεται από την εκλογήν των νοημάτων, από την εκλογήν των λέξεων και από την έντεχνον αυτών σύνθεσιν και συμπλοκήν» (Αδ. Κοραή, Στοχασμοί αυτοσχέδιοι περί της ελληνικής παιδείας και γλώσσης)
«Πρόκειται για ένα προοδευτικό στην βάση του κίνημα συμβιβαστικού χαρακτήρος, που αποτελεί αντίδραση στον αρχαϊσμό και – από τη άποψη αυτή – απαρχή για μια προσέγγιση στον προφορικό λόγο. Είναι η πρώτη συνειδητή προσπάθεια απλουστεύσεως της επίσημης γλώσσας που περιβάλλεται με το κύρος μιας σπάνιας πνευματικής φυσιογνωμίας, του ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΚΟΡΑΗ (1748-1833)» (Γεωργίου Μπαμπινιώτη, «συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Αθήνα 1986, σελ. 167). Κατακεραυνώνει τον αρχαϊσμό απ’ τη μία, και επιζητεί τη διόρθωση της ομιλούμενης απ’ την άλλη, απαλλάσσοντάς την από τα τουρκικά δάνεια και με παρεμβάσεις στη φωνολογία, στη μορφολογία και στη σύνταξη με βάση τα αρχαϊστικά ή αρχαιότροπα πρότυπα. Με τον καθαρισμό όμως γίνεται η γραπτή γλώσσα όλο και πιο αρχαΐζουσα, όλο και πιο δύσκολη για μάθηση και αυτοπεριορίζεται ο προορισμός της. Στη συνέχεια δε επιτίθεται δριμύτατα στο άλλο στρατόπεδο της ομιλούμενης ή «χυδαίας» :
«Όμως όχι μίαν φοράν, αλλά πολάκις ήλεγξα τους νομοθετούντας αυτογνωμόνως τα περί γλώσσης, κατέκρινακαι τον άκρον αυτής εξελληνισμόν…….και τον ολοτελή χυδαϊσμόν……. Κι έκρινα ότι η μέση τούτων οδός ήταν η μόνη ισονομική οδός, ικανή να ευχαριστήση όλα του έθνους τα μέλη» (Αδ. Κοραή, Επιστολή προς «Λόγιον Ερμήν»,
για να καταλήξει ξανά στην πρόταση της «μέσης οδού» (καθαρεύουσας).
Γ. H τρίτη άποψη υποστηρίζει απερίφραστα την ομιλούμενη γλώσσα (λαλούμενη
νεοελληνική - δημοτική)
Σαν μόνη υποψήφια για την εθνική γλώσσα
Ποιητής: Οι ευχές όπου κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει ξαναζήση ποτέ όσο γράφετε με τον τρόπο τον εδικόν σας.
Σοφολογιώτατος: Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω , καθώς θέλει ο Κοραής, τες λέξεις μας με τα σχήματα της παλαιάς;
Ποιητής: Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμεις τέτοια διόρθωση;
(Διον. Σολωμός, Διάλογος)
Ο ποιητής – έμμεσα ο Σολωμός – με την καθομιλουμένη της Ζακύνθου απαιτεί αυτά που του αξίζουν, τη γλώσσα του λαού και το δίκαιο της μη αυθαίρετης διόρθωσης. O Σολωμός - το εξώγαμο ενός Ζακυνθινού ευγενή - είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής και επηρεάζει με το ποιητικό και το κριτικό του έργο αλλά και με τις γλωσσικές του επιλογές την πορεία των πνευματικών πραγμάτων του Ελληνισμού.
Γράφει ότι πρέπει κανείς να στηριχθεί στη γλώσσα της δημοτικής ποίησης, δηλαδή στη γλώσσα του λαού και ύστερα να υψωθεί κατακόρυφα και να προχωρήσει ως την τελειότητα, ενώ αναδεικνύει την εκφραστική και ποιητική δύναμη της δημοτικής γλώσσας. Γύρω του διαμορφώνεται ένας κύκλος λογίων που συμμερίζονται τις ποιητικές και γλωσσικές του απόψεις. Ταυτίζει τον αγώνα για τη γλώσσα με τον αγώνα για την ελευθερία, ενώ πιστεύει όπως η ελευθερία θα απαλλάξει το λαό από την πολιτική δουλεία, έτσι και η γλώσσα θα τον απαλλάξει από το πνευματικό σκοτάδι.
To ρεύμα των δημοτικιστών σαν προοδευτικό κίνημα θεμελιώθηκε επιστημονικά απ’ τον Γιάννη Ψυχάρη έλληνα γλωσσολόγο καθηγητή στο Παρίσι, αλλά απαξιώθηκε απ’ τη θέση του για επιβολή στη γλώσσα ορισμένων γενικών κανόνων, και ουσιαστικά ο Μ. Τριανταφυλλίδης ως επικεφαλής μιας ομάδας δημοτικιστών προώθησε την γραμματική της δημοτικής.
Β. Να ανιχνεύσετε την αφετηρία του γλωσσικού ζητήματος στην αρχαιότητα.
Η γλώσσα είναι όπως η τέχνη δεν χρειάζεται πατρίδα για να πορευτεί.
Απ’ το ξεκίνημα της Αλφαβήτου δεν δυσκολεύτηκε να απορροφήσει λέξεις που δεν χρησιμοποιούσε η ελληνική γλώσσα, και αυτό έδωσε μια εγγενή προδιάθεση αφομοίωσης
λέξεων και σημασίας απ’ τη μια και ευελιξίας απ’ την άλλη, κάτι που αποδεικνύει το αποτέλεσμα της ύπαρξής της μέχρι σήμερα, σε αντίθεση με τα Λατινικά που είναι μια καλή νεκρή νύφη, κατάλληλη για κινηματογραφικές δεξιώσεις ονειρικού κόσμου. Ταυτόχρονα δίνει ένα στίγμα πολιτισμού για την κάθε χρονική περίοδο της γλώσσας.
«Η ελληνική αλφαβητική γραφή εμφανίζεται στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα και έκτοτε η ελληνική γλώσσα, προφορική ή γραπτή δημιουργεί μιαν αδιάσπαστη παράδοση ως την εποχή μας» (Ι. Βούρτσης, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 247)
Οι Μυκηναίοι άφησαν μια ισχυρή επιβεβαίωση ότι μιλούσαν ελληνικά – στοιχείο ταυτότητας - μια και μεγάλος αριθμός προσώπων που αναφέρονται στις πινακίδες είναι αντρικά ή γυναικεία ονόματα ελληνικά «ονόματα δηλαδή με σημασία κατανοητή στην ελληνική γλώσσα», και η Γραμμική Β αν και νεοδημιούργητη γραφή «επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τις απαιτήσεις της ελληνικής γλώσσας» (John Chadwick, Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Gutenberg, Αθήνα 1999, σελ. 114). Η αρχαϊκή πόλη όμως ήταν μια κοινωνία με άπειρες εφαρμογές της γραφής - χωρίς όρια για δημιουργία ενώ η ποιητική αλήθεια – έλξη ζωής για την αρχαϊκή κοινωνία - είναι γεννήτρια νέων ιδεών, τάσεων, θέσεων, εκφράσεων, κ.λ.π., και τότε η διαφορά μεροληπτεί λόγω αποτελέσματος κουλτούρας υπέρ της αρχαϊκής κοινωνίας. Και μεροληπτεί όσο η διαφορά του απείρου που είχαν οι εφαρμογές και χρήσεις της αλφαβήτου στην αρχαϊκή κοινωνία με οποιονδήποτε αριθμό ισχυρισθούμε ότι είχαν οι πεπερασμένες χρήσεις της Γραμμικής Β στην μυκηναϊκή κοινωνία.
Κίνητρο δημιουργίας του αλφαβήτου ήταν όχι μόνο οι αυξανόμενες ανάγκες για καλύτερη οργάνωση της εμπορικής δραστηριότητας αλλά ότι «…ανταποκρίνεται και σε άλλες βαθύτερες ανάγκες και ιδιαίτερα σ’ εκείνη της γραφής της ποίησης.» (Claude Mosse, Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Gutenberg, Αθήνα 1999, σελ. 156), με τα έργα του Ομήρου όπου, «καμιά άλλη λογοτεχνία δεν πέρασε τόσο θριαμβευτικά στο στάδιο της γραφής με δύο τέτοια μεγαλοφυή ποιήματα» (Μ. Ι. Finley, Les ancients Grecs), «δύο έργων μιας μοναδικής διάνοιας που δούλεψε με βάση υλικά τα οποία είχαν διαδοθεί και τελειοποιηθεί προφορικά επί αιώνες» (Robin Osborn, H Γένεση στους Ελλάδας 1200- 479 π.Χ., Οδυσσέας, Αθήνα 2000, σελ. 29). Η γραφή λοιπόν βλέπουμε να αποτελεί την υψηλή τέχνη και για τις δύο εποχές μια υψηλή τέχνη όμως που όταν έγινε αντιληπτή απ’ τον πολίτη στην αρχαϊκή εποχή έφερε την επανάσταση ιδιαίτερα μέσω της ποίησης, που επιδιώκει με επιμονή και καλλιεργεί αναλλοίωτες αιώνιες αξίες, της ατομικής έκφρασης, και της δημιουργίας.
Υπάρχουν λέξεις που σχηματίζονται με επιθέματα προελληνικών πληθυσμών και αποτελούν δάνεια από τη γλώσσα τους από το 19ο με 12ο π.Χ. αιώνα.
Αυτό το φαινόμενο των αλλαγών στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας σε σχέση με τον τόπο το χρόνο και τις φυλές δημιουργεί τις διαλέκτους όπως τη χορική ποίηση των Δωριέων τον 7ο π.Χ. αιώνα, τη λυρική ποίηση και το έπος των Ιώνων τον 6ο π.Χ. αιώνα, τη μελική ποίηση απ’ τους Αιολείς και το δράμα, τη ρητορεία, και τη φιλοσοφία, απ’ τους Αθηναίους τον 5ο π.Χ. αιώνα. Έτσι καλουπώνεται το λογοτεχνικό είδος στην πορεία του και οι ποιητές μέσω αυτού του τρόπου εκφράζουν τις θέσεις τους, όμως οι διάλεκτοι «δεν αποδίδουν με πιστότητα τον πραγματικό λόγο» (Ι. Βούρτσης, ό.π. σ. 275), γιατί οι ποιητές, ιστορικοί, φιλόσοφοι, δεν γράφουν στη μητρική τους γλώσσα, αλλά σε αυτή που κατά παράδοση απαιτεί το λογοτεχνικό είδος. Αυτό δεν αναιρεί την ταυτότητα της κάθε μιας, τη χάρη της Ιωνικής, την ομαδικότητα και τον ηρωισμό της δωρικής, ή την εκφραστική λεπτότητα του λόγου της αττικής.
Τον 4ο αιώνα π.Χ. όμως παρατηρείται το φαινόμενο της εξάπλωσης και χρήσης της αττικής διαλέκτου παράλληλα με την εξάπλωση της Αθηναϊκής ηγεμονίας και την ανάπτυξη των ρητορικών και φιλοσοφικών σχολών, και όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους της γλωσσικής ηγεμονίας.
Η εξέλιξη αυτής είναι η ελληνιστική κοινή ή απλώς κοινή στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου και εδώ γίνεται η ταύτιση του προφορικού και γραπτού λόγου, εξαφανίζονται δηλαδή οι διάλεκτοι. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το διάστημα αυτό εξελίχθηκε η γλώσσα τόσο ώστε κάποιοι να τη θεωρούν μεταβολή από «αρχαία σε νέα» (Χατζιδάκης Γ.Ν., Συνοπτική ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλημων βιβλίων, Αθήνα 1967).
H κοινή γίνεται η ηγεμονική γλώσσα, και ανταγωνίζεται με επιτυχία την άλλη μεγάλη γλώσσα της αρχαιότητας, την αραμαϊκή. Η εξέλιξη αυτή όμως κάτω από την ελληνική πολιτική και γλωσσική ηγεμονία, οδηγεί σε παρακμή και εξαφάνιση αρκετών διαλέκτων – γλωσσικός εξελληνισμός - και κάποιες κοινότητες μετατρέπονται, σε σημαντικό ποσοστό, σε δίγλωσσες.
Και φθάνουμε στον 1ο π.Χ. αιώνα που δημιουργείται ένα κίνημα γλωσσικού "καθαρισμού" που θα κυριαρχήσει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέχρι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Αυτή είναι και η επίσημη πλέον αφετηρία της διγλωσσίας όπου το κήρυγμα του αρχαϊσμού – «Αττικισμός» - επαναφέρει ένα γραπτό ιδίωμα με πρότυπο την αττική διάλεκτο της κλασσικής περιόδου, επικράτηση αυτής της μορφής στους διανοούμενους της εποχής, και καθιέρωση έτσι μιας «επίσημης» μορφής της γλώσσας, με ταυτόχρονη περιφρόνηση και υποτίμηση του ζωντανού προφορικού λόγου του λαού. O γραπτός λόγος επιβάλλεται επίσημα στη διοίκηση στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία, έως και τα μέσα του 20ου αιώνα.
Συνέπειες του «αττικισμού» με την κλασικίζουσα μορφή γλώσσας και της κατάληξής του της «διγλωσσίας» είναι ότι για την περίοδο αυτή μέχρι και τον 11ο αιώνα μ.X. δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια της ομιλούμενης γλώσσας. Στο 12ο αιώνα – Βυζαντινή εποχή - εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα λογοτεχνίας στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής.
Γ. Να εξηγήσετε μέσα από ποιες εξελίξεις προέκυψαν οι τρεις μορφές της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους.
Το ντέρμπυ της «διγλωσσίας» δε σταματά στο Βυζάντιο, έχουμε επαναληπτικό αγώνα που προετοιμάζεται από την επιτυχή Επανάσταση του 1821 όπου αναζητούν μια γλώσσα νικητή που θα διαμορφώσει την ελληνική εθνική γλώσσα, για το ελληνικό εθνικό κράτος. H εποχή που ξεκινά με την Επανάσταση του 1821 και τις διαμάχες νεωτεριστών και συντηρητικών για την επιλογή της γλώσσας κινητοποιεί συνειδήσεις, συγκινεί, και ερεθίζει την ευαισθησία νέων διανοούμενων από τα νησιά του Ιονίου (αγγλοκρατούμενα). Δημιουργείται ένα πνευματικό ρεύμα επιρροών διαφωτισμού, ενετοκρατίας, ιταλικού φιλελευθερισμού, κινήματος των καρμπονάρων, ρομαντικής ποίησης, και μιας νέας γενιά ποιητών στις αρχές του 19ου αιώνα της Επτανησιακής Σχολής όπου γράφουν στην ομιλούμενη, και αντιτάσσονται στην αρχαΐζουσα γλώσσα που επικράτησε στην Αθήνα. Συνθέτουν το γλωσσικό τους πρότυπο χρησιμοποιώντας στοιχεία απ’ τη λόγια παράδοση, τη λαϊκή, τη δημώδη γλώσσα, από εθνικούς αγώνες και από σκηνές και προβλήματα της καθημερινής ζωής και των προσωπικών σχέσεων.
Οι λόγιοι και δάσκαλοι του γένους επηρεασμένοι απ’ τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό κατά τον 18ο αιώνα επιδιώκουν την πνευματική αφύπνιση του λαού και έτσι ξεκινά το «γλωσσικό ζήτημα» σαν ιδεολογικό πεδίο, με σοβαρές αντιπαραθέσεις ιδεών και συμπεριφορών σε μια κρίσιμη φάση έναρξης της ανάπτυξης και διαμόρφωσης της νεοελληνικής κοινωνίας. Το «γλωσσικό ζήτημα» περπάτησε παράλληλα με το αίτημα για νέα ευρωπαϊκή παιδεία και αναζήτησε λύσεις ανάμεσα σε τρεις «προτάσεις» όπου εκπροσωπούσαν, και τις κύριες κοινωνικές ομάδες του προεπαναστατικού «ελληνισμού»:
A. Η «αρχαΐζουσα» της φεουδαρχικής και εκκλησιαστικής-πατριαρχικής κάστας
Εδώ ανήκαν οι λόγιοι που υποστήριζαν την επιστροφή στην αρχαία αττική διάλεκτο, ως μόνη ικανή να εκφράζει και τα πιο υψηλά συναισθήματα και νοήματα και ως μέσον επανόδου της υπόδουλης Ελλάδας στο αρχαίο κλασικό μεγαλείο. Υπήρχε στο γραπτό λόγο, όπου η κοινωνική της χρήση δεν λειτουργούσε ανεξάρτητα από τάξεις, κοινωνικές διαφορές, και τη γλωσσική παράδοση της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική πράξη για πολλούς αιώνες, καθόρισε και την εκπαιδευτική και σχολική ύλη όπου η Χριστιανική Εκκλησία περιέβαλε με το κύρος της, γιατί ικανοποιούσε τις αρχές και τις ανάγκες της. Υποστηρικτής της ο κληρικός Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806), και ο συγγραφέας Νεόφυτος Δούκας (περ. 1762-1845), όπου με άρτια γνώση της αρχαίας ελληνικής, την οποία μιλούσαν και έγραφαν με ευχέρεια, απέρριπταν την κοινή, γιατί πίστευαν ότι ήταν ακατάλληλη για λεπτές και αφηρημένες έννοιες των θεωρητικών επιστημών, του πνευματικού στοχασμού και της φιλοσοφίας.
B. Η «καθαρεύουσα», η κοραϊκή «μέση οδός» των μετριοπαθών πρωτοαστών.
«η ιστορία του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία έδειξε ότι η πολιτισμική πρόοδος είναι ένα έργο μιας συμμαχίας μεταξύ των πολιτισμών» (Καρακάση Ν.Χ., Φυλή και ιστορία, Γνώση, Αθήνα 1995, σ.71). Έτσι και εδώ ο τρίτος δρόμος ήταν μεταξύ των δύο τάσεων, και επιζητούσε την αποφυγή γλωσσικών ακροτήτων και τον συγκερασμό της αρχαίας και της κοινής (δημοτικής) γλώσσας, με την τήρηση μιας προσεκτικής και συμβιβαστικής γλωσσικής πολιτικής, που ο Κοραής ονόμασε «μέση οδό».
Ο Αδαμάντιος Κοραής - κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία στο χώρο της νεοελληνικής παιδείας - και ο κύκλος του με τον Θεοτόκη που ήταν δεινός εκκλησιαστικός συνδέουν τα κλασικά γράμματα και την ελευθερία και θεωρούν τη γλώσσα εθνική υπόθεση ενώ πίστευαν ότι ο φωτισμός του Γένους, μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα και ταχύτερα μόνο με τη «μέση οδό». Η αίσθηση και αισθητική του Κοραή ήταν σωστή, καθώς και το ενδιαφέρον του να στηριχθεί και να μελετήσει τη νέα γλώσσα, ως την τελευταία φάση, από την αρχαιότητα ώς τα νεότερα χρόνια και την εποχή του και ίσως η πλέον ρεαλιστική άποψη. Η γλωσσική μελέτη του Κοραή είχε πλεονεκτήματα, βελτιώνονταν συνέχεια, αντλώντας λεξιλόγιο από την αρχαία ελληνική γλώσσα, ή διαμορφώνοντας νέο λεξιλόγιο που προερχόταν από την κοινή (δημοτική), ή με νέες λέξεις. «Το νεοελληνικό κράτος θα υιοθετήσει τη καθαρεύουσα του Κοραή και θα την καθιερώσει ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης» (Ι. Βούρτσης, ό.π., σ. 300).
Γ. Η «κοινή» δημοτική ή «χυδαία» (=λαϊκή) γλώσσα των ριζοσπαστών ή κοινό ιδίωμα
Η κοινή ομιλούμενη –δημοτική - από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα γλώσσα δεν θεωρήθηκε κατώτερη από την αρχαία, αλλά πάντως προβλήθηκε η ανάγκη αναμόρφωσης και αναβάθμισής της, μια και «…περιορίζεται σε ορισμένα λαϊκά, λογοτεχνικά αναγνώσματα, σε χρονικά και σε ανεπιτήδευτες διδαχές ή κηρύγματα» (Ι. Βούρτσης, ό.π., σ. 300). Υπέρμαχοι της κοινής ήταν ο Δημήτριος Καταρτζής-Φωτιάδης (1730-1807), λόγιος Φαναριώτης, στήριξε τη συνένωση των πνευματικών δυνάμεων, την κατάρτιση δασκάλων, τη δημιουργία σχολείων, τη χορήγηση υποτροφιών, με μεταφράσεις αξιόλογων ξένων έργων και με τον εκσυγχρονισμό της προσφερόμενης παιδείας και ο Ρήγας όπου πίστευε πως το Έθνος για να ελευθερωθεί, έπρεπε πρώτα να μορφωθεί, μεταχειρίστηκε το απλό ύφος, τη λαϊκή γλώσσα, επειδή επιδίωκε να γίνει κατανοητός απ’ όλους, και έκρινε την «απλή γλώσσα» ως κατάλληλη και για γραπτή όπου υποστήριζε πως οι νόμοι, τα διατάγματα και όλα τα έγγραφα της «Ελληνικής Δημοκρατίας» θα έπρεπε να συντάσσονται στην «απλήν» γλώσσα των Ελλήνων.
Το αποτέλεσμα αυτών των ρευμάτων ήταν η επικράτηση πρώτα της καθαρεύουσας και μετά της δημοτικής ή Νεοελληνικής:
Χαρακτηριστικό δε παράδειγμα ότι – κακώς – δημιουργήθηκαν διάφορες εξισώσεις για τα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες ανάλογα με τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν:
«καθαρευουσιάνος = συντηρητικός – δεξιός – «σκοταδιστής»…
δημοτικιστής = προοδευτικός – αριστερός – φωτισμένος…»
(Γ. Μπαμπινιώτη, «συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Αθήνα 1986, σελ.172)
ενώ στην πράξη «η πρώτη επίσημη καθιέρωση της δημοτικής και η σύνταξη της γραμματικής της έγινε επί Μεταξά» και «Έλληνες σοσιαλιστές και σοσιαλίζοντες, παλιότεροι και σύγχρονοι (Σκληρός, Γ. Παπανδρέου), έγραφαν και μιλούσαν ακόμη στην καθαρεύουσα» (Γ. Μπαμπινιώτη, ό.π. σελ.172).
Και εγένετο φως = η μέση οδός = η καθαρεύουσα:
Έτσι ξεκινά η εφαρμογή της στον γραπτό λόγο, στο τύπο, στο λογοτεχνία, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση. Εξακολουθεί όμως να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα πλευρά της καθαρεύουσας, η οποία όσο πάει και δυσκολεύει μια και αποτελεί τη γλώσσα του καθεστώτος, και καλό είναι να μην καταλαβαίνουν οι πολλοί ότι οι διοικούντες στερούνται οράματος και ηθικής (έστω και σαν μισή αρετή κατά το Νίτσε). Η επιβολή της καθαρεύουσας μοιάζει με ‘πύρρειο νίκη’, νίκη χωρίς αντίκρισμα για τους μαχητές της. Ευτυχώς δεν είναι μόνο έτσι τα πράγματα μια και από το χειρότερο μπορείς να βρεις αξίες και δομικά στοιχεία για το νέο, και το νέο ήταν εκεί, μια και ο λαός συνεχίζει να μιλά την δημοτική. Η νέα διγλωσσία που δημιούργησε ο καθαρισμός στο 19ο αιώνα κάνει ορατή την ανάγκη «για μια γλωσσική μεταρρύθμιση, προπάντων μέσα στην παιδεία, σαν αρχή και σύμβολο μιας ουσιαστικής αλλαγής και αναγέννησης μέσα στην ελληνική κοινωνία και ζωή» (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, «Νεοελληνική γραμματική», Μ. Τριανταφυλλίδης, Θεσσαλονίκη 1996, σελ.7).
Και εγένετο κάθαρση = η σωστή οδός = η δημοτική:
Σταδιακά αρχίζει να διαφαίνεται ότι η δημοτική επέζησε των όποιων θεσμικών επιβολών, και αρχίζει να κυριαρχεί επί της ουσίας, και κατά τα πρότυπα Μάο (από το λαό ξεκινά η …γλωσσική επανάσταση) ξυπνά την εξουσία, και τον τύπο, όπου με το σύνταγμα το 1976, αναγνωρίζεται η δημοτική ως επίσημη μορφή γλώσσας. Από τους στυλοβάτες της νέας γλώσσας ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης με τη σύνταξη της Νεοελληνικής Γραμματικής (1941). Έτσι φθάνει στην κάθαρση το "γλωσσικό ζήτημα", που συνόδευσε την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, ενώ διακρίνεται απ’ την ανάλυσή μας η πραγματικότητα να προλαβαίνει τις όποιες θέσεις και να εκθέτει πιστούς και πρόσωπα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι μόνο για ένα πράγμα, για την άγνοιά μας. Αυτή μας έφθασε ως εδώ και άσχετα με τις ενοχές, τους ενδοιασμούς, και τις θέσεις, οφείλουμε σαν φόρο τιμής για ότι μπορεί να κάνει και όχι για την ιστορία της, ‘σεβασμό στην άγνοια’. Μόνο οι ψεύτες εξελίσσονται χωρίς επιρροές, αλλά οι μαθηματικοί σηκώνουν τα χέρια ψηλά λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχει αληθής πρόταση όταν προέρχεται από ψεύτη, και η γλώσσα εξελίσσεται μέσω των επιρροών, και της άγνοιας. Η καθημερινότητα απαλύνει και απαξιώνει θεσμούς, αξίες, γλώσσα, και τελικά ισορροπεί –προς τέρψιν του κοινού- σε κατώτερα επίπεδα συγκοινωνούντων δοχείων, αμφιβόλου περιεχομένου και ποιότητας.
Ο σεβασμός του ανθρώπου, από τον άνθρωπο, δοκιμάζεται στην πράξη καθημερινά και αφορά επιλογές, σχετικά με την γλώσσα που επιλέγει να τον εκφράσει. Οι εγκυμονούσες ρατσιστικές τάσεις - και στα τρία ρεύματα - βρίσκουν έδαφος να γεννήσουν στα άδεια κεφάλια από σκέψη, ανθρώπινα ομοιώματα, φοβισμένα και σαστισμένα μπροστά στο νέο, ιδέες και λέξεις μεγαλωμένες εκτός του θερμοκηπίου τους, δονούν τα απολιθωμένα σύμβολά τους.
«Ο Κοραής, …δε θέλησε να καταγράψει,… τις δημώδεις λέξεις με την πραγματική τους μορφή, αλλά επέμενε να τις «διορθώνει» κατά τα αρχαία πρότυπα, ενώ …ο Ψυχάρης … «διόρθωνε» τις λόγιες λέξεις σύμφωνα με τους δήθεν δημοτικούς κανόνες» (Peter Mackridge, «Νεότερη Εποχή», ‘Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας’, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, επιμ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Αθήνα 1999, σελ. 236).
Υποτελείς θέσεις εργασίας χωρίς αντικείμενο, νέο ρεύμα που αλλάζει χέρια στον χώρο της λογοτεχνίας λόγω αδυναμίας προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, η φιλοσοφία και η έρευνα αναζητούν το ερώτημα; Μα στην προκειμένη περίπτωση το ερώτημα αν τις νέες πραγματικότητες τις δημιουργεί η ίδια η ζωή ή κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα, περισσότερο περιορίζει παρά προσδιορίζει το θέμα της γλωσσικής εξέλιξης.
Ο πολιτισμός όμως είναι εκεί απ’ τη γέννηση της τάσης, η νέα γλώσσα είναι εκεί 39 αιώνες άλλο που κανείς δεν το πρόσεξε από τους έχοντες και κατέχοντες. Η οικονομία είναι εκεί, αποτελώντας ένα εκ των έσω παράγοντα αξιοπιστίας του νέου που ξεκινά, ενώ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως μεγεθυντικός φακός, ή ως δύναμη που παρασύρει τις μάζες, σύμφωνα με τα συμφέροντα του εκάστοτε ιδιοκτήτη που υποστηρίζουν την μία ή την άλλη πλευρά αβίαστα, χωρίς την επάρκεια να ενημερώσουν, και να ενημερωθούν, είναι ως συνήθως αλλού.
Το 1911 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποκύπτει να περιληφθούν στο Σύνταγμα δύο άρθρα για τη γλώσσα, το ένα απαγορεύει τη μεταγλώττιση των ιερών κειμένων και το άλλο ορίζει την καθαρεύουσα επίσημη γλώσσα του κράτους (μέχρι την κατάργησή του το 1927). Καθημερινά εκδίδουμε τη μνήμη μας με επιγραφές του τύπου Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων…
Ο λόγος είναι θεμέλιος λίθος της αυτονομίας της κοινωνίας και των πολιτών, και «μια αυτόνομη κοινωνία είναι αδιανόητη δίχως αυτόνομα άτομα» (Κορνήλιος Καστοριάδης, Χώροι του ανθρώπου, Αθήνα 1986, σ.211). Σαν κοινωνικό σύστημα είμαστε ακόμη υπό Θεοκρατικό καθεστώς, δεν λειτουργούμε αποδοτικά για την αφομοίωση των αλλαγών, και ουσιαστικά η «κοινωνική μας παιδεία» δεν είναι έτοιμη να δεχτεί το βάρος της αυτονομίας για παιδιά και γονείς χωρίς γλωσσική επάρκεια. Αντίθετα ο λαϊκισμός των αγίων πάντων δοξάζεται καθημερινά από ανθρώπους που σταυροκοπιούνται και κόπτονται για την ελληνικότητα, για τα ελληνικά, για την Ελλάδα ρε γαμώτο. Καιρός να ξεφύγουμε απ' την ανωριμότητα μας, από μια κατάσταση παραιτημένης βούλησης, από αποδοχή υποτελούς εξουσίας, από αντικείμενα ή ανθρώπους που αντικαθιστούν την νόησή μας, καιρός να θυσιαστεί ο πνευματικός ηγέτης που παίρνει την θέση της συνείδησής μας, ας ζητήσουμε πίσω τις αξίες που δανείσαμε, τις αρχές που δανείσαμε.
Η διαχρονική προσέγγιση της Ελληνικής γλώσσας φέρει την οικουμενικότητά της μέσα από τα κείμενα της φιλοσοφίας, της επιστήμης, του στοχασμού της αρχαιότητας, του πνεύματος, αλλά και ως γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στο μεσαίωνα, της διεθνούς επιστημονικής ορολογίας, του πολιτισμού και του εμπορίου στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Claude Mosse, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000 – 31 π.χ., μτφρ. Λ. Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1996.
Eco Umberto, Κήνσορες και θεράποντες(1964),μτφρ. Ε. Καλλιφατίδη, Γνώση 1987.
Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.
Gombrich Ε.H., To χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.
John Chadwick, Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Gutenberg, μτφρ. Κ. Ν. Πετρόπουλος, Αθήνα 1999.
Nietzsche F. Μαθήματα για την παιδεία, μτφρ. Ν.Μ.Σκουτερόπουλος, Printa, Αθήνα 1998α
Osborn Robin, H Γένεση της Ελλάδας 1200- 479 π.Χ., Οδυσσέας, Αθήνα 2000.
Slaoj Zizek To υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, μτφρ. Β. Ιακώβου, Skripta, Αθήνα 2006.
Schiller Friedrich, Για την αισθητική παιδεία του ανθρώπου, μτφρ. Κ. Λεονταρίτου, Οδυσσέας, Αθήνα 1990.
Ι. Βούρτσης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», στο Ι. Βούρτσης κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999.
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη,
«Νεοελληνική γραμματική», Μ. Τριανταφυλλίδης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1996 (ανατύπωση του 1941 με διορθώσεις).
Καστοριάδης Κ., Χώροι του ανθρώπου, Αθήνα 1986
Μπαμπινιώτη Γ., «συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1986.
Χατζιδάκης Γ.Ν., Συνοπτική ιστορία της Ελληνικής γλώσσας, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1967.
«Ευχή η επικείμενη διγλωσσία να οδηγήσει σε greeklish για να μπορούν να διαβάσουν και τα ζωντανά και τα ζωνιανά»
mousakafetasouvlaki