Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

ΕΛΠ 10 εργ.1η Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784 - Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968


ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θεματική Ενότητα: ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
Ακαδ. Έτος: 2007-2008
Όνομα Καθηγητή: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ


Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784




Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968



Με αφετηρία τα εικονιζόμενα έργα τέχνης και τις μέχρι τώρα γνώσεις σας από το 1ο κεφάλαιο του 1ου τόμου της ''Εισαγωγής στον Ελληνικό πολιτισμό'', σε οκτώ δακτυλογραφημένες σελίδες σας ζητούνται τα εξής:


1. Να ορίσετε τις πολιτισμικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα παραπάνω έργα, τεκμηριώνοντας επιστημονικά την απάντησή σας.

2. Να εκθέσετε την πιθανή επιχειρηματολογία, υπέρ ή κατά του καθενός έργου, με βάση την παραπάνω κατηγοριοποίηση τους και τις θεωρίες στις οποίες ανάγονται τα έργα αυτά.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4


1. Α. Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784 ΣΕΛ. 4

1784 18ος ΑΙΩΝΑΣ ΓΑΛΛΙΑ ΣΕΛ. 4
ΑΝΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ-ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΗ ΣΕΛ. 5
Β. Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968 ΣΕΛ. 6
1968 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΛΟΝΔΙΝΟ – ΑΜΕΡΙΚΗ ΣΕΛ. 6
ΖΥΜΩΣΗ ΜΑΖΙΚΗΣ-ΔΗΜΟΦΙΛΟΥΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΣΕΛ. 7
2.Επιχειρήματα υπέρ του έργου του Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων''ΣΕΛ. 8
Επιχειρήματα κατά του έργου του Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων''ΣΕΛ. 8
Επιχειρήματα υπέρ του έργου του Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'' ΣΕΛ. 8
Επιχειρήματα κατά του έργου του Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'' ΣΕΛ. 8
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 10
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 11
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με τα εικονιζόμενα έργα τέχνης και τις μέχρι τώρα γνώσεις μας από το 1ο κεφάλαιο του 1ου τόμου της ''Εισαγωγής στον Ελληνικό πολιτισμό'' και σε παραλληλισμό με τη θέση του Montaigne, ο οποίος στα 1580 γράφει πως «πραγματικά φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για την αλήθεια και τη λογική παρά το παράδειγμα και την εικόνα των αντιλήψεων και των συνηθειών του τόπου όπου βρισκόμαστε » (Montaigne, 1979, σ.115) - και εκτός του τόπου βέβαια θα συμπληρώναμε και του χρόνου - έχουμε την ευγενή φιλοδοξία να προσεγγίσουμε την αλήθεια των ερωτημάτων. Στην πορεία της αλήθειας που θα ακολουθήσει κρατάμε μικρό καλάθι μια και θα την προσεγγίσουμε με λογική και καλό θα ’ταν να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με το θεώρημα της μη πληρότητας του Kurt Gödel το 1930 η λογική υπολείπεται της Αλήθειας, άρα όσα και να πούμε απλώς την πλησιάζουμε.
Στη σύντομη εργασία μας συνδετικό ρόλο σε επιστημονικά και μη συμπεράσματα θα παίξει η κοινή εμπειρία - όχι μόνο η δική μας - με τη στήριξη του Αριστοτέλη, που έγραψε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια: «πρέπει να δίνουμε προσοχή και στις αναπόδεικτες κρίσεις των έμπειρων ανθρώπων, όχι μικρότερη από εκείνη που αποδίδουμε στις κρίσεις που αποδεικνύονται, γιατί μέσω της εμπειρίας κρίνουν σωστά».
Ως προς τις πολιτισμικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα παραπάνω έργα,
και συγκεκριμένα το πρώτο έργο του Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'' το 1784 (18ος ΑΙΩΝ) ΓΑΛΛΙΑ ανήκει στον νεοκλασικισμό την υψηλή τέχνη της εποχής μια χρονική εποχή στη διαδικασία κορύφωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στην αυλική αριστοκρατία και την αστική τάξη που αναζητά ανώτερο πνευματικό επίπεδο και καλλιέργεια, ενώ το δεύτερο έργο του Andy Warhol ''Η Σούπα του Campbell'', 1968 ΛΟΝΔΙΝΟ ανήκει στην popart δηλαδή την υψηλή τέχνη της δημοφιλής κουλτούρας που αποτελεί ένα τμήμα (μια έκφραση) της μαζικής κουλτούρας.
Κοινό τους σημείο η καινοτομία και των δύο για την εποχή τους, κοινό τους γνώρισμα η υψηλή τέχνη, σημαντική διαφορά ο χωροχρόνος και το πεδίο στόχου. Στην πρώτη περίπτωση είναι μικρό ενώ στη δεύτερη είναι διευρυμένο ποσοτικά.
Και στις δύο περιπτώσεις θα δούμε το κατεστημένο να χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα και να αλληλοσυγκρούεται με τις θέσεις του. Και στα δύο στρατόπεδα ανήκουν επιφανείς του πνεύματος των γραμμάτων και των τεχνών και όπως σε κάθε νέο πολλοί θα εκτεθούν όσο χρειάζεται, άλλοι περισσότερο, και άλλοι ιστορικά ανεπανόρθωτα. Ακόμη και έτσι όμως είναι καλύτερα απ’ την σιωπή των επιφανών και μη ανθρώπων σε θέσεις που άπτονται της πολιτικής.
Είναι δύσκολο να είσαι σε ετοιμότητα πνευματική για πολλά χρόνια, εδώ ο Πυθαγόρας έπνιξε τον μαθητή του Ίπασσο όταν του μίλησε για άρρητους αριθμούς (Simon Singh, Tο τελευταίο θεώρημα του Φερμά, Π. Τραυλός 1997, σελ. 85), ενώ και απ’ την άλλη πλευρά του χρόνου των μεταγενέστερων κριτών οι αρνητικές εκπλήξεις με τις κρίσεις για προγενέστερους δημιουργούς δίνουν λαβή για λόγο πχ ο Πλάτωνας για το έργο του Ομήρου ήταν σφοδρός επικριτής.
Αντλώντας απ την γνώση των επιστημόνων και με τις θέσεις τους θα προσπαθήσουμε να τεκμηριώσουμε επιστημονικά τις πολιτισμικές κατηγορίες που ανήκουν τα έργα αυτά όσο και τα επιχειρήματα, υπέρ ή κατά του καθενός έργου, με βάση την κατηγοριοποίηση τους και τις θεωρίες στις οποίες ανάγονται τα έργα αυτά.
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
1. Να ορίσετε τις πολιτισμικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα παραπάνω έργα, τεκμηριώνοντας επιστημονικά την απάντησή σας.
Α. Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784
1784 18ος ΑΙΩΝΑΣ ΓΑΛΛΙΑ
«Αν μια ιστορική περίοδος είναι δυνατό να οριοθετηθεί και να προσδιοριστεί τότε δεν θα πρέπει να αναζητήσουμε το διακριτικό της γνώρισμα σε μια κύρια, δεσπόζουσα ιδέα ή αξία αλλά μάλλον στην κύρια, δεσπόζουσα σύγκρουση που τη διατρέχει.» (Γ.Πασχαλίδης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», στο Ι. Βούρτσης κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 48)
Την εποχή αυτή λοιπόν βρισκόμαστε στη διαδικασία κορύφωσης της σύγκρουσης ανάμεσα στην αυλική αριστοκρατία και την αστική τάξη – μετά την αναγέννηση ήταν πηγή ανθρώπων που ασκούσαν δημιουργούσαν και κατανάλωναν τις βασικές τέχνες – με την αστική τάξη να πολεμά το ροκοκό και να αναζητά «την καθαρή, σαφή κι όχι πολύπλοκη γραμμή, για την κανονικότητα και την πειθαρχεία, για την αρμονία και την ηρεμία...» (Hauser, 1970, σ. 180)
Στο πλευρό της αστικής τάξης τάσσονται διάφοροι διαφωτιστές όπως ο Diderot (1713-1784) και ο Lessing υποστηρίζοντας το νέο αισθητικό ιδεώδες σαν ουμανιστικό πρότυπο, ενώ στην Αγγλία τα μέλη της Royal Academy of Arts (ιδρύθηκε το 1768) ονόμασαν το νέο αυτό αισθητικό ιδεώδες υψηλή τέχνη.
Ο David (1748-1835) είναι Γάλλος ζωγράφος και εκπρόσωπος της υψηλής τέχνης – νεοκλασικισμός ονομάστηκε αργότερα απ’ τους κριτικούς τέχνης - όπου κατατάσσεται και το έργο του ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784.
Ο David έχει κοινές αρχές με την υψηλή τέχνη όπως :
1. H θεματολογία να έχει σχέση με ήρωες, ιστορικά γεγονότα, και κλασικά ιδεώδη.
''Ο Όρκος των Ορατίων'' απεικονίζει ήρωες πρόθυμους να θυσιασθούν για τα κλασικά ιδεώδη της ελευθερίας και του Έθνους για το κοινό αγαθό, τις "δημοκρατικές" ιδέες, ενώ συμβολίζει τον όρκο στην ενάρετη πίστη με την δύναμη της αυτοθυσίας.
2. Η αισθητική της σύλληψης επεξεργασίας και απεικόνισης με τρόπο λιτό και ακριβή.
Σε αντίθεση με την παράδοση ο David απλοποιεί τη σύνθεση, εξαλείφει τους καλλωπισμούς της λεπτομέρειας και τα σύνθετα αποτελέσματα του φωτός και της σκιάς - επηρεαζόμενος απ’ το φως του Caravaggio - προκειμένου να είναι λιτό «είχε μάθει επίσης από την κλασική τέχνη να παραλείπει όλες τις λεπτομέρειες που δεν ήταν απαραίτητες για τη βασική εντύπωση και να επιδιώκει την απλότητα» (Ε.H. Gombrich, To χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998, σελ. 485)
3. Η δυνατότητα του έργου για διαχρονικότητα και οικουμενικότητα.
Η δυναμική του θέματος του όρκου και η σύνδεσή του με την παράδοση μέσω του μύθου σχετικά με το καθεαυτό θέμα της μονομαχίας των αδελφών Ορατίων από τη μία πλευρά και το μεγάλο μέγεθος του πίνακα ζωγραφικής απ’ την άλλη, μια τακτική που στοχεύει σε μεγάλο κοινό όπου και παρουσιάσθηκε σε Ρώμη και Παρίσι, δημιούργησε μια αίσθηση μανιφέστου καλλιτεχνικής αναγέννησης που είχε ανάγκη η Ευρώπη, καθιερώνοντάς το σαν σύμβολο επόμενων γενιών. πρόδηλο το νόημά του και ενάρετο με τον όρκο (θυσία). Με αυτά τα χαρακτηριστικά δημιούργησε ύφος αυστηρό και ηθικό που συνέβαλε στο ηθικό κλίμα της πολιτικής αναζήτησης τόσο με την τεχνική όσο και με την πολιτική έννοια.
4. Η πνευματική και ψυχική καλλιέργεια του ατόμου που την δέχεται.
Η πρώτη απεικόνιση του όρκου, καλλιέργησε ανθρώπους πρόθυμους να θυσιασθούν για τα σύμβολα των υψηλότερων αρετών της Δημοκρατίας - αυτό αποδείχθηκε στη συνέχεια μια και βοήθησε να πάρει φωτιά η γαλλική επανάσταση – καλλιέργησε τη θυσία του εγώ για το κοινό καλό, τις κοινές αρχές της υψηλής τέχνης για την «τέλεια πραγμάτωση του κλασικιστικού ιδεώδους».
ΑΝΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ(Υψηλή τέχνη) Δούρειος ίππος στην αριστοκρατική ιδεολογία
Στο κέντρο του Διαφωτισμού – ΓΑΛΛΙΑ – ο ρυθμός της ζωής ακούγεται και βλέπεται αλλά χωρίς τα αναμενόμενα αποτελέσματα, και ενώ «ο πολιτισμός έχει οριστεί από τους Διαφωτιστές, «ως μια αέναη οικουμενική διαδικασία κοινωνικής προόδου» (Γ.Πασχαλίδης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», στο Ι. Βούρτσης κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 39)
Από κοινωνικές προσδοκίες αρκετές από ουσία όμως η κοινωνία στα μάτια των νεοκλασικιστών παρακμάζει κάτω από το βάρος της ανηθικότητας και της υποτέλειας μη μπορώντας να αποδώσει τις τιμές που αξίζουν στους ανθρώπους της.
Σαν κοινωνική ανάγκη η τέχνη φαίνεται να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο αλλαγής, ρόλο όχι για την ίδια και τη θέση της αλλά για την ίδια την κοινωνία εν γένει και την θέση που βρίσκεται (ανήθικη και σε παρακμή), ρόλο διείσδυσης της ιδεολογία της αστικής τάξης που παλεύει να μπει στο πολιτικό προσκήνιο και να πάρει τα ηνία από την παρακμάζουσα αριστοκρατία του ροκοκό.
Βρισκόμαστε στην εποχή της πρόσφατης γέννησης των εκφράσεων cultura intellecti και cultivation για την κουλτούρα με τη δημιουργίας μιας νέας κοινωνικής ελίτ με χαρακτηριστικό το ανώτερο πνευματικό επίπεδο και την καλλιέργειά τους.
Η νέα τάξη, αυτή η ολιγάριθμη κοινωνική τάξη – νεοκλασικιστές - έχει κουραστεί απ’ την επανάληψη και την κενότητα του ροκοκό ενώ διακρίνεται για τη σημασία που δίνει στη κουλτούρα σαν τάση πνεύματος παιδείας και μόρφωσης όπως γίνεται απ’ τους ουμανιστές Thomas Moore (1779-1852) και Roger Bacon με τη μεταφορική χρήση της λέξης cultura intellecti «καλλιέργεια νου». Αντλεί ερείσματα απ’ την «… ηθική τελείωση και την ειλικρίνεια…» του παρεξηγημένου Montaigne, (Montaigne 1979, σ. 145) και παρά τους δισταγμούς των διαφωτιστών για κάποιες μορφές τέχνης όπως του Rousseau «...παραγωγή ηθών με ενάρετο βίο…» στο δοκίμιό του Πραγματεία περί των επιστημών και τεχνών, (Rousseau, Discours sur les Sciences et les Arts, 1750) με σύμμαχο την σκληρή κριτική του Mirabeau στο κατεστημένο αναζητά τον τρόπο, του να γίνει η κοινωνία ενάρετη,- ασχολούμαστε με την αρετή χωρίς να είμαστε ενάρετοι - «Εάν ρωτούσα τους περισσότερους σε τι συνίσταται κατά τη γνώμη σας ο πολιτισμός, θα μου απαντούσαν ότι ο πολιτισμός ενός λαού είναι η εξημέρωση των ηθών του, οι κομψοί τρόποι των ανθρώπων της πόλης η ευγένεια και οι γνώσεις που έχουν διαδοθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε οι κανόνες της κοσμιότητας να είναι παρόντες και να επέχουν θέση διεξοδικού νόμου. Όλα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν για μένα παρά το προσωπείο της αρετής και όχι το πρόσωπό της* και ο πολιτισμός δεν κάνει τίποτα για την κοινωνία εάν δεν της δίνει την ουσία και τη μορφή της αρετής»(Elias,1979, σ.110)»
Οι νεοκλασικιστές αφήνουν πίσω τη θέση του Holbach (1723-1789) που μιλά για πίστωση χρόνου που χρειάζονται όλοι για την πρόοδο του πολιτισμού και της κοινωνίας, συντηρώντας το ξεπεσμένο πολιτικά και κοινωνικά αυλικό αριστοκρατικό σύστημα της σπατάλης και της πρόκλησης, καλλιεργώντας το νου, με ετοιμότητα δημιουργικής σκέψης, ποιοτικές αρχές αρετής και δημοκρατίας, ενώ παράλληλα θεμελιώνουν και ισχυροποιούν τη ρήξη τους με τους αυλικούς και τους αριστοκράτες οραματιζόμενοι την ελευθερία όταν στο σωστό χρόνο ο Γερμανός αρχαιολόγος Winckelmann (1717-1768) με τις ανακαλύψεις του συνεπικουρεί σαν βασικός θεωρητικός του νεοκλασικισμού προβάλλοντας την ελληνική κλασική τέχνη με γνώρισμα την «ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο» (Winckelmann, 1996, σ. 32) και στόχο της υψηλής τέχνης την ανύψωση μέσω της ελευθερίας. Η καθαρότητα της ελληνικής κλασικής τέχνης προσφέρει τις ρίζες, τα θεμέλια, την προοπτική μέσω της ελευθερίας, το λιτό, την έκφραση αισθητικής και ορθολογισμού και ωθεί τη ρήξη τους με την αριστοκρατίας συμβολίζοντας τη σημαία της (όπως οι ουμανιστές της Αναγέννησης).
Η νέα αυτή κίνηση τέχνης τους ενώνει σαν ευκαιρία αναβίωσης κλασσικών αξιών της δημοκρατίας του πατριωτισμού της αρετής – δημόσιας και ιδιωτικής – της ελευθερίας και του «αιέν αριστεύειν» (Όμηρος, Ιλιάδα, Ζ 208).
Και κορυφώνει - η κίνηση τέχνης - προς την κάθαρση με τον Condorcet (1727-1817) και τη θέση του για τον Πολιτισμό να αποτελεί το μέλλον της ανθρωπότητας με «τον Πολιτισμό ως μια δυναμική προοδευτική πορεία προς την τελειοποίηση» (Tableau historique des progrès de lesprit humain, 1794).
Η τέχνη λοιπόν με σαφή σημάδια αναζήτησης προηγείται της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης όπου υπό την σκεπή της υψηλής τέχνης και αντλώντας τις ευγενείς φιλοδοξίες των καλλιτεχνών και των διανοούμενων θα γίνει το κυρίαρχο ρεύμα που δρα καταλυτικά στην πολιτική – πολιτισμική αλλαγή και θα ηγηθεί της Γαλλικής Επανάστασης συνεχίζοντας μετά και σαν επίσημη τέχνη της.
Β. Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968
1968 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΛΟΝΔΙΝΟ - ΑΜΕΡΙΚΗ
''Η Σούπα του Campbell'' ανήκει στην πολιτισμική κατηγορία της «δημοφιλούς κουλτούρας» όπου σε αντίθεση με τον υποτιμητικό τίτλο «μαζική κουλτούρα» όπως αναφέρει ο Gans τονίζει τον θετικό της ρόλο στην ανάπτυξη της ατομικότητας και της ταυτότητας των καταναλωτών της και στην προαγωγή της δημιουργικότητας και της αυτοέκφρασής τους (1974, σ. 57-58). Το έργο αυτό είναι pop art και είναι βιομηχανικό προϊόν με υψηλή τέχνη που μπορεί να ‘‘τρώγεται’’ παντού, είναι εικόνα υψηλής τέχνης προς κατανάλωση όπως ένα προϊόν κονσέρβας αλλά δεν είναι έργο «μαζικής κουλτούρας» είναι «δημοφιλής κουλτούρα» γιατί το συγκεκριμένο προϊόν απευθύνεται σε πολλούς αλλά απαιτεί και αντίστοιχους υποδοχείς με τα χαρακτηριστικά υψηλής τέχνης που έχει.
Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα μιας βιομηχανικής εποχής και έχει προηγηθεί η βιομηχανική επανάσταση με την λαϊκή τάξη πλέον να μην είναι θεατής αλλά να διεισδύει δυναμικά σε όλους τους τομείς και ειδικά στην παιδεία και την τέχνη και να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του πάζλ. Το νέο όμως που συντελείται είναι η συστηματική ανάμειξη μεταξύ της υψηλής και μαζικής τέχνης η οποία αλλάζει το πάζλ δίνοντας “νέες” μορφές, αναγνωρίσιμες όμως. Με αυτή τη συνταγή και χρησιμοποιώντας κάποια απ’ τα δημοφιλή είδη της μαζικής κουλτούρας – βιομηχανικό design, διαφήμιση, κόμικς - ως πηγές εικονογραφίας γεννήθηκε το ζωγραφικό κίνημα της pop art στο Λονδίνο.
Ο Andy Warhol (1928-1987) ζώντας σε μια πλουραλιστική κοινωνία σπούδασε βιομηχανικό design είναι κύριος εκπρόσωπος της pop art, καταξιωμένος, παγκοσμίου φήμης, με έργα του να εκτίθενται σε γκαλερί. Το έργο του ''Η Σούπα του Campbell'' είναι αποτέλεσμα μιας εργασίας του για τη βιομηχανία Campbell για την ετικέτα κονσέρβας με τοματόσουπα. Το αποτέλεσμα ανάμειξης του βιομηχανικού προϊόντος με τέχνη ήταν η τεράστια επιτυχία της εμπορικής διάθεσης του προϊόντος και ο συγκεκριμένος πίνακας.
Η Αμερικανική κουλτούρα ήταν έτοιμη από καιρό για την επιτυχία της pop art μια και είχε όμοια στοιχεία – κοινωνία πάζλ, πολυπολιτισμική, με χαλαρούς συνεκτικούς ιστούς εντός της οικογένειας(δεν βρίσκονταν στο ίδιο τραπέζι για φαγητό), βιομηχανοποιημένη - και ήταν έτοιμη για κάτι φρέσκο, εύπεπτο, γρήγορο, μοδάτο, και αναγνωρίσιμο.
Η τέχνη προσαρμόζει και προσαρμόζεται στις ανάγκες μιας καταναλωτικής κοινωνίας με αποτέλεσμα τα έργα τέχνης να μετατρέπονται σε προϊόντα.
Η ιδεολογία της popart διεισδύει και αλλάζει την τέχνη και την κοινωνία προκαλώντας θετικά και αρνητικά σχόλια σαν φυσικό επακόλουθο της αλλαγής των εποχών.
Στους υποστηρικτές της νέας τάσης βρίσκουμε τον Raymond Williams (1921-1988) που βλέπει θετικά ότι δεν υπάρχουν «μάζες» αλλά «μόνο τρόποι να βλέπεις τους άλλους ανθρώπους ως μάζες» (1963, σ.289) και τον Mannheim με τη θέση ό, τι η μείωση της κοινωνικής απόστασης με την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην υψηλή και μαζική τέχνη – στο «υψηλό» και στο «χαμηλό» - αποτελεί την αναγκαία συνέπεια του κοινωνικού και πολιτισμικού εκδημοκρατισμού της ευρωπαϊκής κοινωνίας (1992, σ.242 κ.ε.) να συγκαταλέγεται στους υποστηρικτές της νέας τάσης της τέχνης και του πολιτισμού.
Απαισιόδοξα κρίνει ο Fredric Jameson το πολιτισμικό αυτό φαινόμενο ως σύμπτωμα ολοκληρωτικής εμπορευματοποίησης της τέχνης ενώ η κατάργηση των ορίων σηματοδοτεί κατάργηση της κριτικής απόστασης της τέχνης απ’ την κοινωνία (Jameson, 1999).
ΖΥΜΩΣΗ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ - ΔΗΜΟΦΙΛΟΥΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ
Ο γερμανός ποιητής και στοχαστής Friedrich Schiller (1759-1805) με την κριτική εναντίον του Διαφωτισμού για την μονομερή του θέση στη λογική και στο ότι ο άνθρωπος μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα από την πρόοδο (Schiller, 1990, σ. 90) ήταν δημιουργός
αντίστασης για το νέο ρεύμα της μαζικής κουλτούρας και μαζί του συνηγορεί και ο Samuel T. Coleridge (1772-1834) και τονίζει τη σημασία της κουλτούρας σε σχέση με τον πολιτισμό λέγοντας «ο πολιτισμός ο ίδιος δεν είναι παρά ένα αμφίβολο αγαθό, αφού μοιάζει μάλλον με τον πυρετό της αρρώστιας παρά με το άνθος της υγείας…» (On the Constitution of Church and State, 1837)
Στη συνέχεια ο Mattew Arnold οριστικοποιεί τη ρήξη ανάμεσα ανάμεσα στην
υψηλή κουλτούρα - σαν σύνολο καλλιτεχνικών και πνευματικών επιτευγμάτων και τη μαζική κουλτούρα – σαν υποπροϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας με την περιγραφή της κουλτούρας «ότι καλύτερο έχει σκεφτεί και πει ο άνθρωπος σε όλες τις εποχές» (Matthew Arnold culture and anarchy, 1869). Το 1921 έχουμε αναδιατύπωση του χωρισμού απ’ τον Alfred Weber και τη διάκριση ανάμεσα στο υλικό και κοινό για τον πολιτισμό και πνευματικό και μοναδικό για την κουλτούρα (Weber, 1998).
Και έρχεται ο Snow το 1959 με το « Οι δύο κουλτούρες και η επιστημονική επανάσταση» (Charles P. Snow, 1959) να προτείνει το διάλογο και τη σύγκλιση βλέποντας τα θετικά της κάθε πλευράς «είναι επικίνδυνο να υπάρχουν δύο κουλτούρες οι οποίες δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία η επιστήμη καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη μοίρα μας» (1995, σ. 167). Μαζί του συνηγορεί και ο Raymond Williams δίνοντας τον ορισμό της κουλτούρας σαν «ένα συνολικό τρόπο ζωής» (1993,σ. 8) που περιλαμβάνει «υψηλή» τέχνη και δημοφιλή μαζική κουλτούρα (1993, σ.6).
Ο Alexis de Tocqueville είναι ο πρώτος που στο βιβλίο του Η Δημοκρατία στην Αμερική (1835-1840) ασκεί κριτική στη μαζική κοινωνία και μιλά για την ισοπέδωση που επιφέρει σε παραδοσιακές αξίες, κοινά ήθη, κοινωνικούς δεσμούς με την εξάπλωση του ατομικισμού, του υλισμού, της λατρείας της κοινής γνώμης και την τυραννία της πλειοψηφίας (de Tocqueville, 1968, κεφ. 19-23) και καλλιτεχνική παραγωγή «κατώτερης ποιότητας, υπεράφθονη και φθηνότερη» (1968, σ.180) ενώ ο Friedrich Nietzsche επέκρινε την επέκταση της εκπαίδευσης στα λαϊκά στρώματα μιλώντας για υπονόμευση της εκπαίδευσης… «Το μέλλον των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μας» (1998, σ.50)
Στο πλευρό των διαφωνούντων και ο απίστευτος τύπος Ortega y Gasset που ξεφτιλίζει το μέσο πολίτη όταν «αναγκάζει το μέσο πολίτη να συνειδητοποιήσει ότι αυτός είναι … μια ύπαρξη ανίκανη να δεχτεί τη θεία ευχαριστία της τέχνης, τυφλός και κουτός απέναντι στην απόλυτη ομορφιά» (Ortega y Gasset, Η εξέγερση των μαζών 1998, σ. 32) μαζί με τον Τ.S. Eliot «… η μαζική κουλτούρα θα είναι πάντα ένα υποκατάστατο της πραγματικής κουλτούρας» (1980, σ. 134-135) λέγοντας ότι η διατήρηση ποιότητας επιβάλει διατήρηση μειοψηφίας, και τον F.R. Leavis να θεωρεί ως υπεύθυνες την εκβιομηχάνιση με τη μαζική κουλτούρα για την παρακμή το 1920 (Mass Civilization and Minority Culture, 1920)
Η Αριστερή κριτική χαρακτηρίζει την μαζική κουλτούρα σαν καθεστώς εκμετάλλευσης και υποτέλειας των λαϊκών στρωμάτων με χαρακτήρα εμπορευματικό και εφήμερο.
Κύριοι εκφραστές της ήταν ο Adorno και ο Horkheimer απ’ τη Σχολή της Φραγκφούρτης μιλώντας για διαφορετική εκδοχή του ολοκληρωτισμού τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο. Είναι δηλαδή «μπίζνες» (Adorno και Horkheimer, 1984, σ. 70) και «βελτιώσεις της μαζικής παραγωγής» (Adorno και Horkheimer, 1984, σ. 87) στο όνομα μιας ελευθερίας επιλογής στην «ελευθερία επιλογής ενός πράγματος που είναι πάντα ίδιο»
(Adorno και Horkheimer, 1984, σ. 72-73) και πετυχαίνουν να αλλάξουν τον πελάτη από υποκείμενο σε αντικείμενο «ο πελάτης δεν είναι …[ο] βασιλιάς, το υποκείμενό της, αλλά το αντικείμενό της» ((Adorno, 1989, σ. 15) χαρακτηρίζοντας το αντικείμενο αυτό «μαζάνθρωπο» η Arendt (1906-1975) στη μελέτη της To ολοκληρωτικό σύστημα (1951) σαν αποτέλεσμα ατομικισμού και πολιτικής εξουδετέρωσης των λαϊκών στρωμάτων που είχε καλλιεργήσει η ίδια η αστική κοινωνία (1988, σ. 44-45), με την κουλτούρα να είναι «ένα κοινωνικό εμπόρευμα» που κυκλοφορεί και εξαργυρώνεται «ως κοινωνικό νόμισμα με σκοπό της απόκτηση κοινωνικού στάτους» (Arendt, 1960, σ. 126).
Και όμως υπάρχουν χειρότερα απ’ τον «μαζάνθρωπο» με τα ομοιώματα πραγματικότητας να παίρνουν τη θέση των αξιών «κάθε πολιτιστική ή πολιτική αξία έχει εξαλειφθεί» εκτός τον άνθρωπο χάσαμε και το πνεύμα; Baudrillard (1929-2007) (1994, σ. 290-292).
Μετά o Umberto Eco με το έργο του Κήνσορες και θεράποντες(1964) αναβαθμίζει τον τίτλο μαζική κουλτούρα και επιζητεί την συλλογική παρέμβαση των διανοούμενων στον κόσμο παραγωγής της μαζικής κουλτούρας στοχεύοντας στην πολιτισμική εξυγίανσή του, ενώ βγάζει το στίγμα απ’ τους καταναλωτές ψυχαγωγίας λέγοντας ότι «δεν αποτελεί μια a priori διαφορά αξίας αλλά μια διαφορά στη σχέση πρόσληψης που εδραιώνεται κάθε φορά με τον καθένα μας», δηλαδή «μεταξύ του καταναλωτή της ποίησης του Πάουντ και του καταναλωτή αστυνομικών μυθιστορημάτων δυνάμει δεν υπάρχει καμιά διαφορά κοινωνικής τάξης ή διανοητικού επιπέδου» (1987, σ. 87). Η αυξημένη συχνότητα όμως αναζήτησης «διέγερσης ψυχαγωγίας» σημαίνει εν δυνάμει και όχι a priori διαφορά διανοητικού επιπέδου με πιθανή έκπτωση σε διαφορά κοινωνικής τάξης, μια και η αυξημένη συχνότητα οδηγεί γρηγορότερα την αλλαγή του χρήστη από «υποκείμενο» σε «αντικείμενο» (Adorno, 1989, σ. 15), λαμβάνοντας δε υπόψη και «θέσει» «ότι ένας λογιστής μπορεί να απολαύσει μόνον το αστυνομικό μυθιστόρημα και επομένως βρίσκεται σε καθεστώς πολιτιστικής υποτέλειας» (Eco, 1987, σ. 88) τότε γίνεται βεβαιότητα η έκπτωση. «Το πρόβλημα, όπως ήδη είπαμε, είναι κυρίως πολιτικό» και πάλι καλά που ο άνθρωπος της διανόησης «δέχεται να κατέβει από το επίπεδό του» και να καταναλώσει μαζική κουλτούρα «που υφίσταται τη γοητεία της αρχέγονης επίκλησής της»(ο.π.. σ. 89).
Ένοχη η μαζική κουλτούρα αλλά πιο ένοχοι οι δημιουργοί υποδοχών μαζικής κουλτούρας η ύπαρξη μαζικής μη κουλτούρας, η μη ύπαρξη πολιτισμού, η μη ύπαρξη πολιτικής, η αποπολιτικοποίηση του πολίτη. Όταν η πολιτική ζωή και σκέψη εκλείψει, μειώνεται και η κριτική διάθεση του ανθρώπου απέναντι στο κατεστημένο, και τείνει η καθημερινότητά του να υπηρετεί τη λήθη πληρώνει για να μένουν ανεκπλήρωτες οι ανάγκες και οι επιθυμίες του μένοντας μόνο στην δήλωση ότι ανταποκρίνονται σε αυτές και αυτό αποτελεί τη γοητεία της μαζικής κουλτούρας Hans Magnus Enzensberger «Για μια Θεωρία των Μέσων Επικοινωνίας» (1970). Η πολυπλοκότητα της μαζικής κουλτούρας και της διαδικασίας πρόσληψή της και το ότι η κουλτούρα και η ιδεολογία δεν διακρίνονται σε δύο αντίπαλους ταξικούς πόλους σύμφωνα με τον Antonio Gramsci (1891-1937) ανασκευάζονται απ’ το Centre for Contemporary Cultural Studies του Πανεπιστημίου του Birmingham, που τονίζεται η πολυπλοκότητα και στη διαδικασία πρόσληψής της.
Έρχεται μετά όμως ο Stuart Hall για να δηλώσει την ευελιξία του περιεχομένου και την πολιτική διάσταση στη δημοφιλή κουλτούρα σαν το «πεδίο όπου διεξάγεται ο αγώνας υπέρ αλλά και κατά της ηγεμονικής κουλτούρας … μια αρένα συναίνεσης και αντίστασης» (Hall, 1981, σ. 239) που έχει να κάνει με όλες τις συνισταμένες - εξουσία, κοινωνία, ανισότητα, επιλογές, ανταγωνισμός, αξίες, σχέσεις, ταυτότητες - και εν γένει τη ζωή μας, θεμελιώνοντας έτσι τη μελέτη της δημοφιλούς κουλτούρας σαν πολιτισμικές σπουδές.
2. Να εκθέσετε την πιθανή επιχειρηματολογία, υπέρ ή κατά του καθενός έργου, με βάση την παραπάνω κατηγοριοποίηση τους και τις θεωρίες στις οποίες ανάγονται τα έργα αυτά.
Επιχειρήματα υπέρ του έργου του Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784
Κατά τον Πλάτωνα ανήκει στην υψηλή τέχνη έχοντας την υποδειγματική και διδακτική αναπαράσταση του Ιδανικού και του Αληθινού κάτι που διδάσκει την ευσέβεια, την αρετή, και τη φρόνηση (Πολιτεία 595a-607e) μια και το έργο αυτό προβάλλει τους ήρωες με αισθητική και διαχρονικές οικουμενικές αρχές κλασσικής τέχνης.
Η υψηλή τέχνη προκύπτει σαν αποτέλεσμα μιας πολιτισμικής ιεραρχίας της κοινωνίας «ότι καλύτερο έχει σκεφτεί και πει ο άνθρωπος σε όλες τις εποχές» είναι το ιδεώδες της υψηλής κουλτούρας και κατ’ επέκταση τέχνης (Matthew Arnold culture and anarchy, 1869)
Επιχειρήματα κατά του έργου του Jacques- Louis David ''Ο Όρκος των Ορατίων'', 1784
Απευθύνεται σε λίγους που έχουν πρόσβαση στην υψηλή τέχνη και κατανοούν τα νοήματά της. Έτσι συντηρεί τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις σε απόσταση απ’ τις χαμηλότερες στην κοινωνική ιεραρχία μια και αυτές τα χρησιμοποιούν και τα αποκτούν συνεπώς «η υψηλή τέχνη» είναι αυτή που καταναλώνει η ελίτ που κατέχει μια προνομιακή θέση σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία Karl Mannheim (1992) Pierre Bourdieu (1972,1979)
Η Linda Nochlin (Γιατί δεν υπάρχουν μεγάλες καλλιτέχνιδες, 1971) ασκεί φεμινιστική κριτική για τον ανδροκεντρικό χαρακτήρα που ήταν συμβατό με την τέχνη της εποχής.
Επίσης με το συμβολισμό της δεσπόζουσας θέση του πατέρα συμπράττει στη διαμόρφωση και επικράτηση της πατριαρχίας με την καταπιεστική και αυταρχική ιδεολογία.
Ο εθνοκεντρικός ναρκισσισμός που καλλιεργήθηκε απ’ τον ευρωκεντρικό προσανατολισμό της έννοιας και του κανόνα της υψηλής τέχνης. (Γ.Πασχαλίδης, «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», στο Ι. Βούρτσης κ.α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 90) ενώ είναι φανερή η επιρροή του αυταρχικού καθεστώτος (πατριαρχία) και της αποικιοκρατίας στους πολίτες (Said, 1996, 1997)
Επιχειρήματα υπέρ του έργου του Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968
Ο άνθρωπος αποκτά προστιθέμενη αξία στις επιλογές τους, έτσι ενεργοποιεί αντανακλαστικά προσωπικής ευθύνης, κοινωνικής ευθύνης, παιδείας, συμπεριφοράς με ευγενείς προθέσεις απέναντι τόσο για τον ίδιο μα περισσότερο για το κοινωνικό σύνολο αποφεύγοντας την «εκ..πτώση» μέσω της δαιμονοποίησης της μαζικής κουλτούρας.
Μέσω της μαζικής κουλτούρας μπορεί να εφαρμοσθεί ένα λαικοπαιδαγωγικό εκπολιτιστικό πρόγραμμα και τάσσεται υπέρ του ο Arnold (Matthew Arnold culture and anarchy, 1968) ενώ ο Snow …ως προφήτης της μαζικής κουλτούρας λέει πως ήρθε να καλύψει ανάγκες και να δημιουργήσει πεδία συνεργασίας και διαλόγου προτείνοντας τη σύγκλιση των δύο κόσμων μεταξύ των επιστημόνων και των διανοούμενων των γραμμάτων.. «Οι δυο κουλτούρες και η επιστημονική επανάσταση»(Charles P.Snow, 1959)
Επίσης τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) σαν αδέλφια με τη μαζική κουλτούρα και την παράλληλη ανάπτυξή τους οδήγησαν σε πρωτοφανή συμμετοχή τα λαϊκά στρώματα και μεταμόρφωσαν τον κόσμο της τέχνης μέσω νέων μορφών και τρόπων έκφρασης.
Επιχειρήματα κατά του έργου του Andy Warhol , ''Η Σούπα του Campbell'', 1968
Άλλες φορές κατά τον Πλάτωνα «τον των πολλών έρωτα»(Πολιτεία 608a) καλλιεργούν ψευδαισθήσεις προάγουν την ασέβεια, και ικανοποιούν τα ευτελή πάθη οι δημοφιλείς τέχνες και άλλες φορές η μαζική κουλτούρα κατά τον Samuel T. Coleridge οδηγεί στη λήθη, ξεχνά την κουλτούρα και τον προοδευτικό πολιτισμό και ασχολείται με τον βιομηχανικό πολιτισμό όπου στέκεται μόνος και « …ένα έθνος διαθέτει μάλλον λούστρο παρά ένα εξευγενισμένο λαό, όταν ο πολιτισμός του δεν βασίζεται στην καλλιέργεια, στην αρμονική ανάπτυξη εκείνων των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο». (On the Constitution of Church and State, 1837). Η μαζική κουλτούρα κατά τον Ortega y Gasset υποβαθμίζει τον πολίτη «αναγκάζει το μέσο πολίτη να συνειδητοποιήσει ότι αυτός είναι … μια ύπαρξη ανίκανη να δεχτεί τη θεία ευχαριστία της τέχνης, τυφλός και κουτός απέναντι στην απόλυτη ομορφιά» (Ortega y Gasset, Η εξέγερση των μαζών 1998, σ. 32), οδηγώντας τον στην συχνή χρήση υποκατάστατων «… η μαζική κουλτούρα θα είναι πάντα ένα υποκατάστατο της πραγματικής κουλτούρας» Τ.S. Eliot (1980, σ. 134-135), χωρίς να έχει διάρκεια «δεν παράγεται … για να διαρκέσει» (1994, σ. 266-268) και «κάθε πολιτιστική ή πολιτική αξία έχει εξαλειφθεί» παίρνοντας τη θέση τους ομοιώματα πραγματικότητας (Baudrillard, 1994, σ. 290-292).
Και βέβαια η Αριστερή κριτική μια και η μαζική κουλτούρα απευθύνεται στην ίδια «ομάδα» την χαρακτηρίζει σαν καθεστώς εκμετάλλευσης και υποτέλειας των λαϊκών στρωμάτων με χαρακτήρα εμπορευματικό και εφήμερο. Αντλεί τα επιχειρήματά της απ’ τη Σχολή της Φραγκφούρτης - κύριοι εκφραστές της ήταν ο Adorno και ο Horkheimer - μιλώντας για διαφορετική εκδοχή του ολοκληρωτισμού τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο. Είναι δηλαδή «μπίζνες» και «βελτιώσεις της μαζικής παραγωγής» στο όνομα μιας ελευθερίας επιλογής στην «ελευθερία επιλογής ενός πράγματος που είναι πάντα ίδιο» (Adorno και Horkheimer, 1984, σ. 70,72-73,87) και πετυχαίνουν να αλλάξουν τον πελάτη από υποκείμενο σε αντικείμενο «ο πελάτης δεν είναι …[ο] βασιλιάς, το υποκείμενό της, αλλά το αντικείμενό της» ((Adorno, 1989, σ. 15)
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κατά την περίοδο της ιστορίας άνθρωποι από διάφορες θέσεις (βασιλιάδες, δικτάτορες, επαναστάτες, καλλιτέχνες, ταραχοποιοί κλπ) έχουν χρησιμοποιήσει την τέχνη ως μέσον για να διαδοθούν οι ιδέες τους στον κόσμο ενώ η Αγορά της Τέχνης συγκέντρωνε ανέκαθεν τις ισχυρότερες προσωπικότητες.
Το 1784 υπάρχει λαϊκή τέχνη και υψηλή τέχνη όχι όμως μαζική κουλτούρα. Η μαζική κουλτούρα εμφανίζεται όταν ο κοινωνιολόγος Thorstein Veblen (1978) διέκρινε το 1899 ότι ένα νέο μεσοαστικό στρώμα προκειμένου να αυξήσει την κοινωνική του υπεροχή χρησιμοποιεί την «επιδεικτική» κατανάλωση για αγαθά συμβολικής αξίας. Αργότερα αυτό πέρασε σε όλα τα αγαθά της καθημερινότητάς μας κάνοντάς μας συνυπεύθυνους με τις επιλογές μας. Μέσα από τα δύο έργα τις ομοιότητες και τις διαφορές μπορούμε να διακρίνουμε πως η νέα τέχνη χαράσσει την πορεία της, προσπερνώντας τους δημιουργούς της και ωθώντας την κοινωνία σε νέες εγκυμοσύνες δημιουργών νέας τέχνης.
Οι καλλιτεχνικές διακρίσεις και πολιτισμικές ιεραρχήσεις αποκτώνται και καλλιεργούνται στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον υπηρετώντας την διατήρηση των κοινωνικών διαφορών λέει ο Bourdieu στην έρευνά του (La Distinction, 1979) και παρουσιάζονται σαν αποτέλεσμα μάλλον παρά σαν πολιτισμική ανισότητα.
Αν και ο «ιστορικός υλισμός» μπορεί να κερδίζει πάντα (Benjamin, 1969, σ. 253/ ελλ.μτφρ. σσ. 32-33) η τέχνη αναγεννάτε ακόμη και αν τα πτώματα που άφησε πίσω της ήταν των δημιουργών της επιβεβαιώνοντας την αλληγορία του υποκειμένου με το αντικείμενο, αυτή εξάλλου είναι η πορεία προς την γνώση, αυτή είναι η πορεία του πνεύματος.
Και ο Benjamin είναι δεκτικός και θετικός στη μαζική κουλτούρα με το δοκίμιό του «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» (1936), μια και κάνει τα έργα διαθέσιμα και προσιτά στον καθένα.
«δίπλα στο μουσείο ένα νέο πεδίο καλλιτεχνικής εμπειρίας, μεγαλύτερο από κάθε άλλο που ξέραμε μέχρι τώρα … έχει πλέον ανοίξει χάρη στην αναπαραγωγή . Αυτό το νέο πεδίο αποτελεί για πρώτη φορά την κοινή κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας» (Malraux, 1978, σ. 46)
…. μα πιο δίπλα απ’ το μουσείο στο σπίτι μας το Internet προσπερνώντας τοίχους, αντιλήψεις, στεγανά, κόστη, δίνει δικαίωμα και βήμα για δημιουργία για γνώση για νέα πολιτισμική επανάσταση φέρνει το προσιτό «σπίτι» και στερεί τη δικαιολογία του μη ελεύθερου χρόνου και της προβληματικής εκπαίδευσης στις κατώτερες τάξεις.
Κοινό αποτέλεσμα και για τις δύο εποχές των έργων τέχνης που ασχοληθήκαμε η ανέλιξη του πολιτισμού και κληρονομιά η παρακαταθήκη ότι αξίζει να συνεχίζεται σταθερά η ίδια προσπάθεια ακόμη και αν φθάσαμε σε ένα αποτέλεσμα, το αντίθετο δηλαδή του νόμου της φθίνουσας αποδοτικότητας και του νόμου της εντροπίας.
« ω ράτσα άθλια και εφήμερη, παιδί της τύχης και της ταλαιπωρίας, γιατί μ' αναγκάζεις να σου φανερώσω κείνο που θα 'ταν καλύτερα για σένα να μην το ακούσεις ποτέ ; …» ΝΙΤΣΕ (1872)
(Η γέννηση της τραγωδίας, Εκδοτική Θεσσαλονίκης(ξέχασαν το χρόνο) σελ. 41)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Adorno και Horkheimer «Η βιομηχανία της κουλτούρας: Ο Διαφωτισμός ως εξαπάτηση των μαζών», στο Αντόρνο, Λόβενταλ, κ.α. Τέχνη και ΜαζικήΚουλτούρα, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Ύψιλλον, Αθήνα 1984.
Arendt Η. , To ολοκληρωτικό σύστημα, μτφρ. Γ. Λάμψας, Ευρύαλος, Αθήνα 1988
Arnold Matthew, Culture and Anarchy, Cambridge Univercity Press, Λονδίνο 1932.
Benjamin Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του 1936
Bourdieu La Distinction, 1979
Charles P. Snow Οι δύο κουλτούρες και η επιστημονική επανάσταση, 1959.
Condorcet Tableau historique des progrès de l’ esprit humain, 1794.
Eco Umberto, Κήνσορες και θεράποντες(1964),μτφρ. Ε. Καλλιφατίδη, Γνώση 1987.
Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.
Eliot Τ.S. Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας, μτφρ. Ν Ησαία, Πλέθρο, Αθήνα 1980.
Enzensberger H. M. Για μια Θεωρία των Μέσων Επικοινωνίας, μτφρ. Γ. Βαμβαλής, Επίκουρος, Αθήνα 1981.
Gombrich Ε.H., To χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.
Hall Stuart, «Notes on deconstructing ‘‘the popular’’», στο R. Samuel (επιμ.), People’s History and Socialist Theory, Routledge, Λονδίνο 1981.
Jameson F, Το μεταμοντέρνο, μτφρ. Γ. Βάρσος, Νεφέλη, Αθήνα 1999.
Mannheim Κ, Essays on the Sociology of Culture, μτφρ. E. Mannheim, Routledge, Λονδίνο 1992.
Montaigne M. de, Δοκίμια, μτφρ. Θ. Νάκας, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, Αθήνα 1979.
Nietzsche F. Μαθήματα για την παιδεία, μτφρ. Ν.Μ.Σκουτερόπουλος, Printa, Αθήνα 1998α
Nochlin Linda, «Γιατί δεν υπάρχουν μεγάλες καλλιτέχνιδες;», μτφρ. Μ. Μητσού – Παπά, Σκούπα 5 1981.
Όμηρος Ιλιάδα, .
Πασχαλίδης Γ., κ.α. «Εισαγωγή στην έννοια του πολιτισμού», Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999.
Rousseau Rousseau, Discours sur les Sciences et les Arts, 1750.
Said, Ιμπεριαλισμός και Κουλτούρα, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Νεφέλη, 1996.
Samuel T. Coleridge On the Constitution of Church and State, 1837.
Schiller Friedrich, Για την αισθητική παιδεία του ανθρώπου, μτφρ. Κ. Λεονταρίτου, Οδυσσέας, Αθήνα 1990.
Simon Singh, Tο τελευταίο θεώρημα του Φερμά, μτφρ.Α.Σπανού, Π.Τραυλός,1997
Slaoj Zizek To υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, μτφρ. Β. Ιακώβου, Skripta, Αθήνα 2006.
Tocqueville A. De Η Δημοκρατία στην Αμερική, μτφρ. Β.Καζαντζή, Καραβίας, Αθήνα 1968.
Veblen Thorstein, Η θεωρία της αργόσχολης τάξης,μτφρ. Β. Καζαντζή, Καραβίας, Αθήνα 1978.
Winckelmann J. J., Σκέψεις για τη μίμηση των Ελληνικών έργων στη Ζωγραφική και τη γλυπτική, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Ίνδικτος, Αθήνα 1996.
Williams R, «Διαμάχη για τις επικοινωνίες», στο Κ. Λιβιεράτος – Τ. Φραγκούλης (επιμ.), Η Κουλτούρα των μέσων, μτφρ. Λ. Ζήση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

ΕΛΠ 11 εργ.4η Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θεματική Ενότητα: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ακαδ. Έτος: 2007-2008
Όνομα Καθηγητή: ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΥΑΝΘΗΣ
ΕΛΠ 11
Ακ. έτος 2007-2008
Θέμα τέταρτης εργασίας
Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο. (2.500 λέξεις)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΙΕΕ, τ. ΙΓ΄ ( Η εθνική οικονομία, 1869-1875), σ. 310-314, (Κοινωνία, 1833-1881), σ. 448- 454.
ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, (Ελληνική κοινωνία και οικονομία στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: Η κατάσταση της γεωργίας και τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας- Εμπόριο, ναυτιλία και βιομηχανία), σ. 192-197.
ΙΕΕ, τ. ΙΕ΄, (Οι εξελίξεις της οικονομίας από το 1922 ως το 1926), σ. 296-303, ( Η ελληνική οικονομία από το 1926-1935) σ. 327-342.
Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τ. Α1΄, σ. 54-84 και τ. Β1΄, σ. 189-246.
Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της Ελληνικής Οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987.
Κ. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση και Οικονομική Ανάπτυξη στην Ελλάδα», 1917-1940)», Γ. Μαυροκορδάτος και Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ. 149-157.
Π. Πιζάνιας, Οικονομική Ιστορία της Ελληνικής Σταφίδας, 1851-1912, Αθήνα 1988.
Καίτη Αρώνη–Τσίχλη, Το σταφιδικό ζήτημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893 – 1905, Αθήνα, Παπαζήσης, 1999.
Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο, MIET, 3 τόμοι, Αθήνα 1990-1992.
Κ. Μαυρέας, " Η πολιτική οργάνωση του αγροτικού χώρου στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1922-1936" στο Θ. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική κοινωνία: ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, Κριτική, Αθήνα, 1993, σ. 119-147.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4
Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο.
Α. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 4
1. πολιτικό περιβάλλον… ευγενείς φιλοδοξίες ΣΕΛ. 4
2. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 5
Β. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 6
1. πολιτικό περιβάλλον και Βαλκανικοί Πόλεμοι Α’1910 Β’ ΣΕΛ. 6
2. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 7
Γ. Ο Μεσοπόλεμος 1918-1939 και η ύφεση του 1929 ΣΕΛ. 8
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 10
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 11
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η επανάσταση του 1821 αποτίναξε τον οθωμανικό ζυγό, χωρίς το ποθητό αποτέλεσμα, για το πολυπληθές και πολύπαθο αγροτικό στοιχείο. Η ηγεσία του κράτους μετά τη δημιουργία του δεν πέρασε στις ριζοσπαστικές δυνάμεις των Φιλικών μια και στερούμενες διοικητικής πείρας και λόγω αδυναμίας προσέγγισης του αγροτικού πληθυσμού δεν έκαναν κτήμα του λαού το επαναστατικό τους πρόγραμμα, παρότι η σκέψη τους επηρέασε τον λαό για μεγάλο διάστημα. Αυτοί που ανέλαβαν την ηγεσία ήταν πρόκριτοι και κοτζαμπάσηδες, που γνώριζαν από διοίκηση έχοντας οικονομική δύναμη και με ευελιξία πέτυχαν το στόχο τους.
Μετά την εξαφάνιση των Φιλικών ο λαός συνέχισε τον κοινωνικό και δημοκρατικό του αγώνα, χωρίς κάποια πολιτική και ιδεολογική καθοδήγηση, έλειπε ένα κόμμα αρχών.
Ο αγροτικός κόσμος και η πλειοψηφία του λαού, γίνεται βορά του πελατειακού πολιτικού συστήματος, που δεν υλοποιεί τις υποσχέσεις για το μοίρασμα των εθνικών γαιών, αφού οι σχέσεις πατρωνίας είναι εξ ορισμού προσωποπαγείς, και στερούνται ανιδιοτέλειας. Είναι λοιπόν ασυμβίβαστες με κάθε έννοια συλλογικού συμφέροντος μια και το «ατομικό κέρδος» είναι εγγενές χαρακτηριστικό τους.
Οι «εδαφικές επεκτάσεις, του 1864 στα Ιόνια και του 1881 στη Θεσσαλία και την Άρτα, κατέστησαν το ελληνικό κράτος υπολογίσιμο παράγοντα στα Βαλκάνια» (Σ. Μαρκέτος, "Ο Οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου Ελληνισμού" στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική ιστορία, τόμος Γ’, των Γ. Μαργαρίτης, Σ. Μαρκέτος, Κ. Μαυρέας, Ν. Ροτζώκος, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σελ. 157).
Απ’ το 1870 έως το 1909, η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση και η ένταξη των νέων περιοχών, βελτίωσαν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας. Αρχίζει η σταδιακή δομή ενός κράτους, με ασαφές κοινωνικοοικονομικό σύστημα, και μεγέθυνση συνόρων.
Η Ελλάδα αν και αποκλείστηκε από τα δυτικά χρηματιστήρια ως το 1878 και δεν μπόρεσε να δημιουργήσει εγκαίρως την οικονομική υποδομή που θα της έδινε τη δυνατότητα να παίξει το ρόλο της μικρής ακμαίας δύναμης, και βρέθηκε επί Τρικούπη στην πτώχευση «το Δεκέμβριο του 1893» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 160), παρά τις παλινωδίες κομμάτων πολιτικών και συντεχνιών ανάπτυξε την οικονομία της τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα.
Οι αγορές είναι μοχλός ανάπτυξης, πρόσβαση σε φθηνό χρήμα, δυνατότητες για εταιρείες και οικονομίες γενικότερα, σε ένα περιβάλλον ταχύτητας και έντασης κεφαλαίου, ενώ ένας νέος όρος καθιερώνεται σε Ευρώπης και Αμερική, ο “καπιταλισμός”.
Το κόμμα αρχών που αναζητούσαν βρήκε τον εκφραστή του στον Ελευθέριο Βενιζέλο και παρ’ όλη την 7ετή καθυστέρηση των υποσχέσεών του ήταν αυτό που έκανε νόμο την δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση το 1917. Και όμως η «συντριπτική πλειονότητα των απαλλοτριώσεων πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1923 και 1925» (Mark Mazower, H Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002, σελ. 109), μετά δηλαδή την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την έλευση ενός εκατομμυρίου μεταναστών.
Το περιβάλλον που υλοποιούνταν όλα αυτά είναι εξαιρετικά ασταθές και με συνεχείς πολέμους και αλλαγές ισορροπιών μεταξύ αντιμαχομένων, δίνοντας ανοχή στην αντίληψη του χρόνου εφαρμογής των διαφόρων υποσχέσεων, και εν δυνάμει της πολιτικής διαχείρισης των κρίσεων που θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια.
Σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής και οικονομικής εξέλιξης, προσπαθούμε να κατανοήσουμε για την ελληνική πραγματικότητα από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο τις εξελίξεις στην αγροτική οικονομία, τις μεταρρυθμίσεις και το φορολογικό καθεστώς, ώστε να φτάσουμε σε ασφαλέστερες αναλύσεις και συμπεράσματα.
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Α. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 4
1. πολιτικό περιβάλλον… ευγενείς φιλοδοξίες ΣΕΛ. 4
Η ελληνική «επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δύο εμφύλιους πολέμους στα 1823-1824» (Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μτφρ. Σ. Νικολούδη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000, σελ. 467). Κανένα κόμμα δεν ήταν σε θέση να προσφέρει λύση, ενώ δεν ακούγονταν επαναστατικά αιτήματα όπως «το αίτημα για απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιωτικής ή εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας» μη δίνοντας «λύση στο ζωτικό πρόβλημα του αγροτικού κράτους» (G. Herring, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α’, μτφρ.Θ. Παρασκευόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2006, σελ. 251).
Δημιουργείται ένα χάσμα με τους άκληρους αγρότες να παραμένουν στο έλεος των υποσχέσεων κομμάτων και πολιτικών. Το Σύνταγμα του 1844 αν και είχε κάποιες φιλελεύθερες απόψεις και προστάτευε βασικές πολιτικές ελευθερίες, εντούτοις μπορεί να χαρακτηριστεί συντηρητικό συγκριτικά με τα Συντάγματα του Αγώνα. Έτσι, δεν έγινε δυνατό να αλλάξουν βασικές κοινωνικές και οικονομικές δομές που υπήρχαν από την τουρκοκρατία, και παρά τις προσδοκίες ακτημόνων και φτωχών αγροτών για βελτίωση των όρων ζωής με την παροχή εθνικών γαιών, το ζήτημα δεν επιλύθηκε μέχρι το 1971.
Οι αγρότες, μικρογεωργοί στην πλειοψηφία τους, «αντιμετώπιζαν μεγάλη έλλειψη ρευστού χρήματος», το κόστος από τοκογλύφους ήταν συνήθως 15% -45% (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179). Το Ελληνικό κράτος δεν αγνοούσε τα δίκτυα δανεισμού και τις επιπτώσεις τους σε παραγωγή και εμπόριο, και προχώρησε στη δημιουργία της Εθνικής Τράπεζας το 1841 με στόχος της τα χαμηλότοκα δάνεια για εμπόριο και αγροτική παραγωγή. Και αυτή όμως στο τέλος τα έδινε σε «… μικρεμπόρους …με ετήσιο επιτόκιο 8-10%» και «στο ίδιο το ελληνικό κράτος» και «εντέλει αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τους τοκογλύφους» έτσι ο «συνασπισμός Εθνικής Τράπεζας και τοκογλύφων θα στερούσε κάθε ελπίδα φτηνού δανεισμού κι επομένως κάθε ικμάδα από τους αγρότες παραγωγούς» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179-180). Πως ξέφυγε αυτό αλήθεια απ’ τους ηγέτες της επανάστασης στο Σύνταγμα του 1844; στο Σύνταγμα του 1863; στο Σύνταγμα του 1911; Ίσως γιατί με «τις δεδομένες συνθήκες κοινωνικής κυριαρχίας των εμπόρων και των τοπικών δικτύων εξουσίας, η επίλυση του προβλήματος έθετε σε αμφισβήτηση τους ίδιους τους όρους της κοινωνικής κυριαρχίας και αναπαραγωγής τους» (Σ. Πετμεζάς, Η Ελληνική αγροτική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σελ. 93).
Το φορολογικό καθεστώς επίσης, αν και κατάργησε «το σύνολο των προσωπικών φόρων», των «διανεμητικών», και «όλα τα δοσίματα και οι φόροι που ήταν έκτακτοι, στρατιωτικού χαρακτήρα», χαρακτηρίζεται από ατολμία με την υιοθέτηση ίδιων μέτρων της οθωμανικής εποχής όπως τη δεκάτη ή την ανοχή της διαφθοράς στο σύστημα ενοικίασης φόρων, και συνέχισε την ανισοκατανομή με «υποκατάσταση των άμεσων έγγειων φόρων από τους έμμεσους» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 59-57) που πλήττουν κυρίως τους φτωχούς.
Το «ελληνικό φορολογικό σύστημα δεν έτεινε ποτέ προς την τελειότητα ή την ισότητα, ούτε βεβαίως αποτέλεσε ουσιαστικό παράγοντα ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 90).
«Η ακρίβεια του ψωμιού δεν οδηγούσε σε άνοδο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την κλασσική πολιτική οικονομία, αλλά σε πτώση της τιμής των ημερομισθίων», γιατί η αύξηση εντατικοποιούσε «την απασχόληση του εργατικού δυναμικού που περικλείει η οικογένεια» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 294), με πτώση παραγωγικότητας και ημερομισθίων.
2. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 5
Η Ελλάδα είχε εμπειρία στις αγροτικές καλλιέργειες, γόνιμα εδάφη, υγιή πληθυσμό, εύκρατο κλίμα, και εμπορική γνώση λόγω ναυτικής παιδείας, με τους ομογενείς να αποτελούν κεφάλαιο στις αναπτυξιακές της προσπάθειες (εξαγωγές, κλπ). Από «τα βασικά επίδικα ζητήματα του 19ου αιώνα», που επηρέασε την οικονομία, ήταν «η νομική σχέση» των αγροτών «με τη γη που καλλιεργούσαν» και «η τεχνική μορφή της καλλιέργειας» διότι μετά την ανεξαρτησία η γη των Οθωμανών, πέρασε στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και δημιουργήθηκαν «οι εθνικές γαίες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 181-182).
Άλλο ζήτημα ήταν ότι οι αγρότες, έχασαν τα προνόμια που είχαν επί οθωμανικής διοίκησης - το δικαίωμα να έχουν σπιτικό στην περιοχή του τσιφλικά, το δικαίωμα χρήσης μέρους της εκδούλευσής τους για επιβίωση της οικογένειάς τους κλπ – και αντιμετωπίζουν τον φόβο της απόλυσης, της πείνας και της εξαθλίωσης.
Οι γεωργοί μπορούσαν να είναι «μικροϊδιοκτήτες» που καλλιεργούσαν τη δική τους γη, «μισθωτές των εθνικών γαιών» ή «μορτίτες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 182) που κρατούσαν μέρος της απόδοσης (1/2 με 1/3) της γης που καλλιεργούσαν και ανήκε στην εκκλησία ή αλλού, ενώ η καλλιέργεια γινόταν με πρωτόγονες συνθήκες, φέρνοντας χαμηλή παραγωγή. Το ενοίκιο που πλήρωναν οι αγρότες μέχρι το 1871, και ο θεσμός της μορτής περιόριζε τα κέρδη και τις επενδύσεις – κέρδος ήταν μόνο η επιβίωση - και μεγάλο μέρος εθνικών γαιών έμενε αναξιοποίητο, μια και δεν συνέφερε η επένδυση σε ξένη γη, και οι λόγοι αυτοί ήταν αρκετά ισχυροί για απαίτηση της διανομή της, και την Α’ αγροτική μεταρρύθμιση.
Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου το 1871 προχωρεί στο μοίρασμα των εθνικών γαιών με νόμο «έναντι λογικού αντιτίμου», και περίπου 350.000 αγρότες έγιναν ιδιοκτήτες γης, από την πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση που δημιούργησε «ένα εκτεταμένο στρώμα σχετικά εύπορων μικροϊδιοκτητών στην ύπαιθρο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 183-184). Το παράδοξο ήταν να έχουμε ανάγκη για να καλλιεργούν τα αμπέλια, «εργάτες από τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, ακόμη και από την Ιταλία» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 176).
Η κοινωνική ανισότητα βελτιώθηκε με την αναδιανομή γης, αν και δεν έλειψαν διάφορα παρατράγουδα όπως η συγκέντρωση «πάνω από το 10% των γαιών που διανεμήθηκαν στην Αμαλιάδα!» σε βουλευτή με το γαμπρό του, και στηριγμένος στα γεγονότα αυτά «ο Φραγκιάδης υποστήριξε ότι ο νόμος διανομής του 1871 επέτρεψε σε οικονομικά ισχυρές οικογένειες ορισμένων επαρχιών να συγκεντρώσουν στα χέρια τους σχετικά σημαντικές εκτάσεις γης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 36).
Η επέκταση των αμπελιών - έντονη ζήτηση για εξαγωγές σταφίδας - μείωσε την παραγωγή δημητριακών οδηγώντας σε έλλειμμα στο σιτάρι, και στις εισαγωγές «κυριαρχούν τα σιτηρά» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179), με μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων.
Το αμπέλι, αναδείχθηκε σε πρωταθλητή απόδοσης το διάστημα 1866 με 1872 (με τη καταστροφή γαλλικών και ισπανικών αμπελιών από φυλλοξήρα). Από 1870 έως το 1890 διπλασιάστηκε η παραγωγή σταφίδας, που αποτελούσε τον κύριο όγκο εξαγωγών, με σχεδόν μονοκαλλιέργεια στη βόρεια Πελοπόννησο, ωστόσο «το εξωτερικό εμπόριο παρέμενε παθητικό σε ολόκληρη την περίοδο που εξετάζουμε». Το Κράτος το ενθάρρυνε αυτό, λόγω φορολογικών εσόδων, αμοιβών στους αγρότες και καλλιέργειας δυσπρόσιτων εδαφών σε βουνοπλαγιές, αλλά «είχε οδυνηρές επιπτώσεις από τη δεκαετία του 1890 ως και το Μεσοπόλεμο». Εξίσου σημαντική ήταν η ανάπτυξη των πόλεων εκείνη την εποχή με το κεντρικό ρόλο «των αστικών κέντρων» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 178-176) με τη διατήρηση παραδοσιακών οικονομικών και κοινωνικών ρόλων.
Η δεκαετία του 1890 είναι μια εποχή, με οικονομική ανάπτυξη και ξεκινά το 1881, όταν μετά τη σύνοδο των μεγάλων δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, προσαρτήθηκε οριστικά η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου στην Ελλάδα. Μετά το 1892 η υπερπαραγωγή σταφίδας, ανάτρεψε την υπνηλία πολιτικών και λαού, με κατάρρευση τιμής και εξαγωγών. Ακολουθεί η πτώχευση του 1893, και η κατάρρευση του εμπορίου της σταφίδας, επί Χαρίλαου Τρικούπη παράλληλα με την «άθλια διαβίωση μεγάλων τμημάτων του αγροτικού πληθυσμού» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 249).
Από το 1893 ως τους Βαλκανικούς πολέμους η αμπελοκαλλιέργεια «περιορίστηκε κατά το 1/10, αλλά και πάλι το 1/5 της παραγωγής έμενε απούλητο». Οι σταφιδοπαραγωγοί όμως «είχαν αποκτήσει πλέον και πολιτική ισχύ», ανάγκασαν «το κράτος να λάβει δαπανηρά προστατευτικά μέτρα» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 183), σε βάρος του συνόλου.
Η κρίση λειτούργησε καταλυτικά στη δημιουργία νέων κοινωνικών κινημάτων, και συντέλεσε στην μετανάστευση τόσο στο εξωτερικό όσο και στα αστικά κέντρα.
Γίναμε όμως αναξιόπιστοι διεθνώς με αποτέλεσμα «την εγκατάσταση του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 161), λόγω αναγκαίας οικονομικής εξυγίανσης. Ακολουθεί η ανάκαμψη σε όλους τους τομείς στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα αλλά παραμένει το ίδιο πρόβλημα τον νέο αιώνα: οι εθνικές γαίες των νέων περιοχών όπως της Θεσσαλίας, μα και η δικαίωση των πολεμίων της λύσης που μιλούσαν «για ζημία του Δημοσίου» μια και «σαράντα χρόνια μετά μόνο το 55% του οφειλόμενου από τους χωρικούς ποσού είχε αποπληρωθεί» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 31).
Από το 1870 - 1910, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει έντονη ανάπτυξη, με πολλαπλασιασμό των καλλιεργειών, του εμπορίου, των πόλεων, των βιοτεχνιών και τη δημιουργία βιομηχανίας και αστικών κέντρων με το δημόσιο τομέα να γιγαντώνεται.
Β. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 6
1. πολιτικό περιβάλλον και Βαλκανικοί Πόλεμοι Α’1912, Β’ 1913 ΣΕΛ. 6
Ενώ ήταν προφανές ότι η Θεσσαλία θα έλυνε το πρόβλημα αυτάρκειας στα δημητριακά έγινε το αντίθετο, και ίσως τσιφλίκια και κολίγοι συντέλεσαν σε αυτό. Η ύπαρξη σε Θεσσαλία και Άρτα τούρκικων τσιφλικιών και η επιδείνωση αυτού του φαινομένου λίγο πριν την προσάρτηση, με τους Οθωμανούς τσιφλικάδες φοβούμενοι, να πουλούν τα τσιφλίκια τους σε έλληνες τσιφλικάδες, ήταν η νέα κοινωνική ανισσοροπία. Από την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 μέχρι το 1896, στις κυβερνήσεις με επικεφαλής τον Τρικούπη οι «ακτήμονες μάταια έλπισαν ότι θα βελτιωνόταν η θέση τους…αντιθέτως, αυτό αναγνώρισε στους τσιφλικάδες δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας και τους επέτρεψε μονομερώς να μεταβάλουν τις καλλιεργητικές σχέσεις εις βάρος των μορτιτών ή κολίγων» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184). Το 1909, καμία πολιτική δύναμη δεν ήταν ικανή να γίνει φορέας ριζοσπαστικών αλλαγών, ο λαός ζούσε με προβλήματα, μα η πολιτική βούληση έλειπε. Τότε μια στρατιωτική ομάδα έφτιαξε το «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», με αποκορύφωμα το κίνημα στο Γουδί το 1909, ενώ σε δεύτερο χρόνο, κάλεσαν τον Βενιζέλο να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.
Το 1910 εμφανίζεται με αξιώσεις στην πολιτική η αναπτυσσόμενη αγροτική τάξη* οι αγρότες της Θεσσαλίας, κινητοποιήθηκαν δυναμικά και συνάντησαν την άγρια καταστολή στο Κιλελέρ, ενώ ταυτόχρονα οι αγρότες στην σταφίδα επαναστάτησαν με όπλα.
Το Μάιο του 1912 η Ελλάδα αν και τελευταία προχώρησε στην συνθήκη συμμαχίας με την Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στις 4 Οκτωβρίου του 1912 ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος και αν και ο Κωνσταντίνος (ενεργώντας με γερμανικές εντολές για να πάρουν οι φίλα προσκείμενοι προς αυτούς Βούλγαροι την Θεσσαλονίκη) ήθελε να συνεχίσει την προέλαση προς τα Σκόπια, υπάκουσε στη διαταγή του Βενιζέλου να πάρει την Θεσσαλονίκη. Το Μάιο του 1913 με τη συνθήκη του Λονδίνου, τα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας αφήνονται στους νικητές συμμάχους* αυτή η ασάφεια οδήγησε στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο με τη συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας εναντίον της μέχρι πρότινος συμμάχου Βουλγαρίας.
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε στις 16 Ιουνίου του 1913 και η νίκη Ελλάδας και Σερβίας ήταν γρήγορη. Η υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου δύο μήνες μετά έφερνε την Ελλάδα διπλάσια τόσο σε έκταση όσο και σε πληθυσμό σε σχέση με την ίδια ένα μόλις χρόνο πριν, δηλαδή προτού ξεσπάσουν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι.
Η Ελλάδα έγινε χώρος πολέμου κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και αν και ξεκίνησε άσχημα λόγω συσχετισμών στις συμμαχίες, συνέβαλε στη νίκη της Συμμαχίας κατά των Κεντρικών Δυνάμεων και των συμμάχων τους με αποτέλεσμα το 1918 η Βουλγαρία και η Τουρκία να συνθηκολογήσουν – συμμαχικά και ελληνικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν ως κατοχικές δυνάμεις στην Κωνσταντινούπολη - και το 1919 να υπογραφεί η Ελληνοβουλγαρική συνθήκη παραχώρησης στην Ελλάδα της Δυτικής Θράκης.
Η απελευθέρωση λοιπόν πρώτα της Μακεδονίας και μετά της Θράκης έδινε στην Ελλάδα εκτάσεις, ανθρώπινο δυναμικό, και προοπτικές, δηλαδή «ένα τρόπο για να πάψει να εξαρτάται οικονομικά απ’ τον εξωτερικό κόσμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 148).
2. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 7
Οι κολίγοι αποτελούν τη δυναμίτιδα του νέου αγροτικού ζητήματος. Μετά την οργάνωσή τους και αποδέσμευσή τους από προσωπικά κόμματα «έφεραν στο προσκήνιο τα αιτήματά τους, με την εξέγερση του Κιλελέρ» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184) το 1910.
Τότε «κυριαρχούσε στην ελληνική πολιτική η επιβλητική μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 40) που υποσχέθηκε την αγροτική μεταρρύθμιση και την έκανε πράξη μετά από 7 έτη όταν οι εξεγερθέντες αγρότες «υποχρέωσαν την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, παρά την αρχική της απροθυμία, να διανείμει τα μεγάλα κτήματα με τη δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία ολοκληρώθηκε τον Μεσοπόλεμο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184). Τον Δεκέμβριο του 1917 «η βενιζελική βουλή στην Αθήνα ψήφισε τον νέο Αγροτικό νόμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 108).
Η «μεταρρύθμιση θα γινόταν πράξη με την αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ξεπερνούσαν τα 1000 στρέμματα (και ήταν έως τότε γαίες τσιφλικιών) και τη διανομή τους, μαζί με τις γαίες του Δημοσίου, σε κολίγους και αγροτικούς εργάτες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 268). «Μέχρι το 1918, είχαν απαλλοτριωθεί περίπου 150 από τα 466 χωριά που αριθμούσαν αρχικά τα τσιφλίκια» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 79). Και όμως, το αγροτικό πρόβλημα στην Ελλάδα θα περιμένει μέχρι το 1922 για να πάρει μία σχετικώς ριζική λύση, όταν τα κοινωνικά δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια καθυστέρησης με την άφιξη των Μικρασιατών, «ενός τουλάχιστον εκατομμυρίου νεοφερμένων σε μια χώρα με λιγότερα από πέντε εκατομμύρια κατοίκους», που «περιέπλεξε εξαιρετικά το επίπονο έργο της μεταπολεμικής Ανοικοδόμησης» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 39).
«Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αυξήθηκαν σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930 σε σύγκριση με τα τέλη της δεκαετίας του 20» και με την αγροτική μεταρρύθμιση μετέτρεψαν την Ελλάδα «σε έθνος μικροϊδιοκτητών» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 33-111).
«Τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά και δημόσια έργα που υποστήριξαν την αγροτική μεταρρύθμιση και επιδίωξαν τον εκσυγχρονισμό της χώρας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 265), έγιναν την πενταετία 1926 με 1931.
Αν «η σταφίδα ήταν το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν του παρελθόντος, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το μέλλον έδειχνε να ανήκει στον καπνό», ενώ «ήταν δύσκολο να πειστούν οι σταφιδοκαλλιεργητές να στραφούν προς άλλα προϊόντα, αφού θυμούνταν πόσα κέρδη απολάμβαναν στις περιόδους μεγάλης ζήτησης, όπως εκείνη που ακολούθησε αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 121-117)
Μετά «την πρόσκτηση της δυτικής Θράκης το 1922, έγινε ο μεγαλύτερος απ’ τους τρεις εξαγωγείς ανατολικών καπνών, κατέχοντας το ήμισυ των συνολικών εξαγωγών», και «μέχρι το 1929, ορισμένες περιοχές είχαν πλήρως εξαρτηθεί από τη σοδειά του καπνού». Τότε αποτελούσε το 1/5 των καλλιεργούμενων εκτάσεων και απέφερε το ½ των συνολικών εξαγωγικών εσόδων (Mark Mazower, ό.π., σελ. 122-123).
«Η αγροτική μεταρρύθμιση επέφερε σημαντικά αποτελέσματα», στην «αύξηση τόσο του συνολικού ενεργού πληθυσμού όσο και των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα», στην «αύξηση του γυναικείου ενεργού αγροτικού πληθυσμού», (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 268) και στην αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε Μακεδονία και Δυτική Θράκη.
Έτσι ελέγχθηκε η αυτονόμηση των αγροτών και «ματαιώθηκε η ανάπτυξη ισχυρού αγροτικού κινήματος», ενώ «η μακρόσυρτη διάρκεια στη διανομή της γης» οδήγησε σε «εξάρτηση των αγροτών από το κράτος», και «στον έλεγχο μεγάλου μέρους τους από τα αστικά κόμματα μέσω του συστήματος πολιτικής πελατείας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269).
Το «πνεύμα της μικροϊδιοκτησίας» επέδρασε στον αγρότη όταν αυτός μετανάστευσε στην πόλη μη σκοπεύοντας «να παραμείνει μισθωτός», στόχευε στην κοινωνικοοικονομική του ανέλιξή και «δημιουργούσε τη δική του μικροεπιχείρηση» ή «εισερχόταν στο Δημόσιο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269).
Γ. Ο Μεσοπόλεμος 1918-1939 και η ύφεση του 1929 ΣΕΛ. 8
Με την έννοια μεσοπόλεμος αναφερόμαστε στη χρονική περίοδο μεταξύ Πρώτου και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μεταξύ 1918 και 1939.
«Κύριο χαρακτηριστικό της εθνικής παραγωγής» ήταν «η κυρίαρχη θέση του πρωτογενούς τομέα». «Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ζούσε στην ύπαιθρο και μεγάλο μέρος της απασχολούνταν στη γεωργία». «Η χώρα εισήγε από το εξωτερικό το 1/3 των αναγκών της σε δημητριακά και άλλα είδη διατροφής». Στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, «όπου η γη είναι σχετικά εύφορη, υπήρχαν μεγάλες γαιοκτησίες, τις οποίες καλλιεργούσαν φτωχοί κολίγοι, με τους γαιοκτήμονες να παρακρατούν το μισό έως το ένα τρίτο της ακαθάριστης παραγωγής» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 267).
Η «επιλογή να μείνει ανοιχτή η ελληνική οικονομία συνέβαλε στην εμφάνιση διαρθρωτικών αδυναμιών κι εντέλει στην καθυστέρηση της χώρας σε σχέση με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 176), αντίθετα εμείς εκτιμούμε θετική την εμφάνιση διαρθρωτικών αδυναμιών, αφού δεν τις δημιουργεί η ελεύθερη οικονομία, αλλά προβάλλει παραβολικά τις υπάρχουσες* ποιος τις δημιουργεί; «η εξάρτηση της αγροτικής οικονομίας απ’ το διεθνές εμπόριο αποτελούσε ένα διαρθρωτικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας», να σταματήσουμε τις εξαγωγές; όχι, αυτό δείχνει «τον χαμηλό βαθμό ολοκλήρωσης των εγχώριων αγορών προϊόντων» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 311-310).
Τον Νοέμβριο του 1929 λοιπόν «ένας νεαρός καθηγητής πολιτικής οικονομίας ονόματι Ξενοφών Ζολώτας παρατήρησε πως όλη η Αθήνα έμοιαζε να θέτει το ίσιο ερώτημα: υπήρχε οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ναι ή όχι; Περίπου ένα χρόνο αργότερα, ελάχιστες αμφιβολίες μπορούσαν να υπάρχουν γι’ αυτό» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 17). Τότε «το 70% περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης καλυπτόταν από δημητριακά, η Ελλάδα εξακολουθούσε να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές σιτηρών» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 124), και αυτό έκρυβε ένα παράγοντα ανάπτυξης ανεξάρτητο της κρίσης του 29 (κραχ σε wall street κλπ) που ήρθε, και οδήγησε στην πολιτική στροφή και στον “κανόνα της αυτάρκειας” (για σιτάρι κλπ). Η «επέκταση της καλλιέργειας δημητριακών, και ιδίως σιταριού, εις βάρος της αγρανάπαυσης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 318), ήταν μέτρο βραχυπρόθεσμων κερδών, αλλά ζημιών μεσοπρόθεσμα, με μείωση της στρεμματικής απόδοσης, που επιδεινώνονταν απ’ τη μη χρήση λιπασμάτων.
Ενώ ο Μεσοπόλεμος ξεκινά με την αρχή απόδοσης της αγροτικής μεταρρύθμισης, την περίοδο 1929-1932 έχουμε «γενικευμένη γεωργική κρίση…ως αποτέλεσμα της πτώσης της αξίας των ελληνικών εξαγωγών» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269), κάτι που οδήγησε στη μείωση των αγροτικών εισοδημάτων εξ’ αιτίας της πτώσης των τιμών σε καπνά και δημητριακά, και της μείωσης της παραγωγής τους λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών που «μείωσαν την αναμενόμενη σοδειά έως και 40% μεταξύ 1928-31» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 128). Ως αποτέλεσμα της κρίσης είναι το γεγονός της υπερχρέωσης των αγροτών σε «ποσοστό μεγαλύτερο του 83%» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 270) το 1933.
Η ύφεση «έπληξε σκληρά όχι μόνο τους καπνοπαραγωγούς» αλλά και «τους παραγωγούς δημητριακών οι οποίοι καλλιεργούσαν περισσότερο από το 70% της γης» καθώς «κατέρρεαν οι διεθνείς τιμές του σίτου» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 178).
Τότε το 1932 εγκαταλείποντας τον κανόνα χρυσού «η δραχμή υποτιμήθηκε ραγδαία» και η κεντρική τράπεζα βελτίωσε τη συναλλαγματική θέση της* βοηθώντας έτσι τον διεθνή ανταγωνισμό των αγροτικών προϊόντων όπου βλέπουμε υποχώρηση εισαγωγών «από το 67% στο 32% για τα είδη διατροφής και από το 64% στο 27% για το σιτάρι», ενώ μια και ο εγχώριος σίτος υποκαθιστούσε τον εισαγόμενο «ωφελημένοι έβγαιναν κυρίως οι μικροϊδιοκτήτες» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 243-311-313).
Για τη Δημοκρατία «η κρίση έφερε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα – τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας όσο και των μαζών», με την επιβολή στρατιωτικού νόμου το 1936 για μια χώρα «όπου ο πρωθυπουργός μπορεί να κηρύσσει δικτατορία χωρίς να χυθεί σταγόνα αίματος, χωρίς την παραμικρή αντίσταση» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 365-375).
Και όμως τότε έχουμε την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας «με σκοπό τον έλεγχο των αγροτικών πιστώσεων», τα «μέτρα υπέρ της αναστολής εκτέλεσης απαιτήσεων κατά των αγροτών», τους «εισαγωγικούς δασμούς στο σιτάρι», και το «νομοθέτημα 677/14-5-1937 «περί ρυθμίσεως χρεών» της Κυβέρνησης Μεταξά», όπου «οι αγρότες απαλλάσσονταν από μέρος των ήδη συσσωρευμένων χρεών τους» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 270-294).
Το μεταξικό καθεστώς προώθησε την εντατική καλλιέργεια, την ενίσχυση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 304), «μείωσε τα επιτόκια της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος, κατάργησε το παρακράτημα και ενίσχυσε ιδιαίτερα την παραγωγή του σιταριού και της σταφίδας…»*, αυτή όμως η πολιτική της αυτάρκειας είχε «ένα βασικό μειονέκτημα: προσανατόλισε τη γεωργία σε αντιοικονομικές καλλιέργειες, δηλαδή καλλιέργειες με χαμηλότερο εισόδημα από άλλες, όπως τα εξαγώγιμα αγροτικά προϊόντα» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 294).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η οικονομική ανάπτυξη και η δημιουργία υποδομών έγινε αισθητή μετά το 1860, όπου, η α΄ αγροτική μεταρρύθμιση το 1871, είχε αποτέλεσμα την αύξηση της αγροτικής παραγωγής, των εμπορικών συναλλαγών, και την οικονομική άνοδο της Ελλάδας, ενώ προετοίμασε την είσοδο της οικονομίας στην καπιταλιστική μορφή. «Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, το πρόβλημα της διανομής των εθνικών γαιών δεν επιλύθηκε παρά μόνο αρκετά χρόνια μετά την έκδοση του νόμου, όταν οι χωρικοί επέβαλαν ουσιαστικά τη μείωση του ύψους (και σχεδόν την παραγραφή) των τοκοχρεολυσίων», ενώ το μικρό μέγεθος «του κλήρου που επέβαλε ο νόμος…αποτέλεσε το βασικό αίτιο της χρόνιας ελλειμματικότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 38-292).
Η γεωργία «δεν οργανώθηκε σε καπιταλιστικές βάσεις, παρά την ποσοτική της μεγέθυνση, τη συγκυριακή άνθηση της αμπελοκαλλιέργειας στην Πελοπόννησο και την απόκτηση του σιτοπαραγωγού θεσσαλικού κάμπου» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 175) μετά το 1881. Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό άλλωστε όταν για το σιτάρι «υπολογιζόταν πως οι άνδρες εργάζονταν μόνο 74 ημέρες το χρόνο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 323).
Η κρίση της σταφίδας το 1893 ήταν η αρχή για τη μετανάστευση όπου η «ταχεία και οργανωμένη υπερατλαντική έξοδος επέτρεψε τη σχετική αποσυμφόρηση της υπαίθρου από την πλεονάζουσα υποαπασχόληση, ανεβάζοντας και πάλι την παραγωγικότητα εργασίας» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 318) με άνοδο των ημερομισθίων.
Με τη δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση το 1917 «δημιουργήθηκε μια αγροτική δομή, στην οποία κυριαρχεί μέχρι σήμερα η πολυκερματισμένη μικρή αγροτική εκμετάλλευση με εξαιρετικά υψηλό κόστος του παράγοντα εργασία» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 47), αλλά και η τάξη των μικροϊδιοκτητών που βοήθησε στην δημιουργία και τη διάδοση του επιχειρείν.
Σε μια «αγροτική κοινωνία, ο εκσυγχρονισμός και η συσσώρευση κεφαλαίου στο πλαίσιο της δημοκρατίας σήμαιναν πως έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στη γεωργία έναντι της βιομηχανίας»* ενώ έστω και από φρούδες ελπίδες «η αγροτική μεταρρύθμιση μαζί με τον εξωτερικό δανεισμό… εξαγόραζαν την υποστήριξη των αγροτών προς το βενιζελικό κράτος» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 384). Η «διατήρηση και αύξηση του κατά κεφαλήν γεωργικού προϊόντος και, κατά συνέπεια, η αναπαραγωγή του έγγειου καθεστώτος, στηρίζονταν στη συντήρηση της διάρθρωσης του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου και στη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξής του» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 310).
Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν βαθιά τομή και καταλύτη κοινωνικής ισορροπίας, και μετά οικονομικής ανέλιξης, και συντελούν στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, μεταλλάσσοντάς τη, αν και βρίσκεται σε μόνιμο πόλεμο με τους Οθωμανούς.
Η οικονομική ανάπτυξη, στηρίχθηκε στην αύξηση των συνόρων με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, της Άρτας, της Μακεδονίας, της Θράκης, και στην αύξηση του πληθυσμού, και είναι προϊόν επιτάχυνσης της αστικοποίησης, καταμερισμού εργασίας, αύξησης της νομισματικής ρευστότητας και εξαγωγών σταφίδας, νέων Τραπεζών, Τράπεζας της Ελλάδος, και Αγροτικής Τράπεζας, όπου δημιουργούν τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες.
Η κρίση του 1929 απέδειξε ότι η καθυστερημένη τότε οικονομία διέθετε «τους δικούς της μηχανισμούς ανάκαμψης, οι οποίοι μας βοηθούν να εξηγήσουμε την ασυνήθιστα γοργή οικονομική άνοδο της Ελλάδας μετά το 1932» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 379).
Το κράτος αναμενόταν να ρυθμίσει τις διανεμητικές ανισότητες που δημιουργούταν, αλλά το κράτος δεν είναι ένας μηχανισμός εκτός κοινωνικών τάξεων. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ο μηχανισμός της εκάστοτε άρχουσας τάξης ή του ισχυρότερου τμήματός της, με το οποίο εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό υπήρξε, «ο αργός και σταδιακός ενοφθαλμισμός του καπιταλισμού» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 91).
Σε «ένα κόσμο ο οποίος μεταβάλλεται τόσο γρήγορα και όπου η μία χώρα μετά την άλλη ζει την επιθανάτια αγωνία ενός κοινωνικού σεισμού, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αγρόν αγοράζει» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 393).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
G. Herring, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α’, μτφρ. Θ. Παρασκευόπουλος, , Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2006.
Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.
Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μτφρ. Σ. Νικολούδη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000.
Mark Mazower, H Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002.
Σ. Μαρκέτος, "Ο Οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου Ελληνισμού" στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική ιστορία, τόμος Γ’, των Γ. Μαργαρίτης, Σ. Μαρκέτος, Κ. Μαυρέας, Ν. Ροτζώκος, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
Σ. Πετμεζάς, Η Ελληνική αγροτική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
Ιστορικοί που αποζητούν τη σύνθεση νοσταλγούν την παρηγοριά της φιλοσοφίας…
SIEGFRIED KRACAUER, Geschichte – von den letzten Dingen, Φραγκφούρτη 1971.