Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

ΕΛΠ 11 εργ.4η Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θεματική Ενότητα: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ακαδ. Έτος: 2007-2008
Όνομα Καθηγητή: ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΥΑΝΘΗΣ
ΕΛΠ 11
Ακ. έτος 2007-2008
Θέμα τέταρτης εργασίας
Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο. (2.500 λέξεις)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΙΕΕ, τ. ΙΓ΄ ( Η εθνική οικονομία, 1869-1875), σ. 310-314, (Κοινωνία, 1833-1881), σ. 448- 454.
ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, (Ελληνική κοινωνία και οικονομία στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: Η κατάσταση της γεωργίας και τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας- Εμπόριο, ναυτιλία και βιομηχανία), σ. 192-197.
ΙΕΕ, τ. ΙΕ΄, (Οι εξελίξεις της οικονομίας από το 1922 ως το 1926), σ. 296-303, ( Η ελληνική οικονομία από το 1926-1935) σ. 327-342.
Σ. Πετμεζάς, «Αγροτική Οικονομία», Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τ. Α1΄, σ. 54-84 και τ. Β1΄, σ. 189-246.
Κ. Κωστής, Αγροτική Οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της Ελληνικής Οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987.
Κ. Κωστής, «Αγροτική Μεταρρύθμιση και Οικονομική Ανάπτυξη στην Ελλάδα», 1917-1940)», Γ. Μαυροκορδάτος και Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και Αστικός Εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988, σ. 149-157.
Π. Πιζάνιας, Οικονομική Ιστορία της Ελληνικής Σταφίδας, 1851-1912, Αθήνα 1988.
Καίτη Αρώνη–Τσίχλη, Το σταφιδικό ζήτημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893 – 1905, Αθήνα, Παπαζήσης, 1999.
Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο, MIET, 3 τόμοι, Αθήνα 1990-1992.
Κ. Μαυρέας, " Η πολιτική οργάνωση του αγροτικού χώρου στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1922-1936" στο Θ. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική κοινωνία: ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, Κριτική, Αθήνα, 1993, σ. 119-147.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4
Εξελίξεις στην ελληνική αγροτική οικονομία από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο.
Α. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 4
1. πολιτικό περιβάλλον… ευγενείς φιλοδοξίες ΣΕΛ. 4
2. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 5
Β. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 6
1. πολιτικό περιβάλλον και Βαλκανικοί Πόλεμοι Α’1910 Β’ ΣΕΛ. 6
2. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 7
Γ. Ο Μεσοπόλεμος 1918-1939 και η ύφεση του 1929 ΣΕΛ. 8
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 10
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 11
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η επανάσταση του 1821 αποτίναξε τον οθωμανικό ζυγό, χωρίς το ποθητό αποτέλεσμα, για το πολυπληθές και πολύπαθο αγροτικό στοιχείο. Η ηγεσία του κράτους μετά τη δημιουργία του δεν πέρασε στις ριζοσπαστικές δυνάμεις των Φιλικών μια και στερούμενες διοικητικής πείρας και λόγω αδυναμίας προσέγγισης του αγροτικού πληθυσμού δεν έκαναν κτήμα του λαού το επαναστατικό τους πρόγραμμα, παρότι η σκέψη τους επηρέασε τον λαό για μεγάλο διάστημα. Αυτοί που ανέλαβαν την ηγεσία ήταν πρόκριτοι και κοτζαμπάσηδες, που γνώριζαν από διοίκηση έχοντας οικονομική δύναμη και με ευελιξία πέτυχαν το στόχο τους.
Μετά την εξαφάνιση των Φιλικών ο λαός συνέχισε τον κοινωνικό και δημοκρατικό του αγώνα, χωρίς κάποια πολιτική και ιδεολογική καθοδήγηση, έλειπε ένα κόμμα αρχών.
Ο αγροτικός κόσμος και η πλειοψηφία του λαού, γίνεται βορά του πελατειακού πολιτικού συστήματος, που δεν υλοποιεί τις υποσχέσεις για το μοίρασμα των εθνικών γαιών, αφού οι σχέσεις πατρωνίας είναι εξ ορισμού προσωποπαγείς, και στερούνται ανιδιοτέλειας. Είναι λοιπόν ασυμβίβαστες με κάθε έννοια συλλογικού συμφέροντος μια και το «ατομικό κέρδος» είναι εγγενές χαρακτηριστικό τους.
Οι «εδαφικές επεκτάσεις, του 1864 στα Ιόνια και του 1881 στη Θεσσαλία και την Άρτα, κατέστησαν το ελληνικό κράτος υπολογίσιμο παράγοντα στα Βαλκάνια» (Σ. Μαρκέτος, "Ο Οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου Ελληνισμού" στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική ιστορία, τόμος Γ’, των Γ. Μαργαρίτης, Σ. Μαρκέτος, Κ. Μαυρέας, Ν. Ροτζώκος, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σελ. 157).
Απ’ το 1870 έως το 1909, η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση και η ένταξη των νέων περιοχών, βελτίωσαν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας. Αρχίζει η σταδιακή δομή ενός κράτους, με ασαφές κοινωνικοοικονομικό σύστημα, και μεγέθυνση συνόρων.
Η Ελλάδα αν και αποκλείστηκε από τα δυτικά χρηματιστήρια ως το 1878 και δεν μπόρεσε να δημιουργήσει εγκαίρως την οικονομική υποδομή που θα της έδινε τη δυνατότητα να παίξει το ρόλο της μικρής ακμαίας δύναμης, και βρέθηκε επί Τρικούπη στην πτώχευση «το Δεκέμβριο του 1893» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 160), παρά τις παλινωδίες κομμάτων πολιτικών και συντεχνιών ανάπτυξε την οικονομία της τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα.
Οι αγορές είναι μοχλός ανάπτυξης, πρόσβαση σε φθηνό χρήμα, δυνατότητες για εταιρείες και οικονομίες γενικότερα, σε ένα περιβάλλον ταχύτητας και έντασης κεφαλαίου, ενώ ένας νέος όρος καθιερώνεται σε Ευρώπης και Αμερική, ο “καπιταλισμός”.
Το κόμμα αρχών που αναζητούσαν βρήκε τον εκφραστή του στον Ελευθέριο Βενιζέλο και παρ’ όλη την 7ετή καθυστέρηση των υποσχέσεών του ήταν αυτό που έκανε νόμο την δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση το 1917. Και όμως η «συντριπτική πλειονότητα των απαλλοτριώσεων πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1923 και 1925» (Mark Mazower, H Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002, σελ. 109), μετά δηλαδή την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την έλευση ενός εκατομμυρίου μεταναστών.
Το περιβάλλον που υλοποιούνταν όλα αυτά είναι εξαιρετικά ασταθές και με συνεχείς πολέμους και αλλαγές ισορροπιών μεταξύ αντιμαχομένων, δίνοντας ανοχή στην αντίληψη του χρόνου εφαρμογής των διαφόρων υποσχέσεων, και εν δυνάμει της πολιτικής διαχείρισης των κρίσεων που θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια.
Σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής και οικονομικής εξέλιξης, προσπαθούμε να κατανοήσουμε για την ελληνική πραγματικότητα από τo 1870 μέχρι και το μεσοπόλεμο τις εξελίξεις στην αγροτική οικονομία, τις μεταρρυθμίσεις και το φορολογικό καθεστώς, ώστε να φτάσουμε σε ασφαλέστερες αναλύσεις και συμπεράσματα.
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Α. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 4
1. πολιτικό περιβάλλον… ευγενείς φιλοδοξίες ΣΕΛ. 4
Η ελληνική «επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δύο εμφύλιους πολέμους στα 1823-1824» (Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μτφρ. Σ. Νικολούδη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000, σελ. 467). Κανένα κόμμα δεν ήταν σε θέση να προσφέρει λύση, ενώ δεν ακούγονταν επαναστατικά αιτήματα όπως «το αίτημα για απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιωτικής ή εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας» μη δίνοντας «λύση στο ζωτικό πρόβλημα του αγροτικού κράτους» (G. Herring, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α’, μτφρ.Θ. Παρασκευόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2006, σελ. 251).
Δημιουργείται ένα χάσμα με τους άκληρους αγρότες να παραμένουν στο έλεος των υποσχέσεων κομμάτων και πολιτικών. Το Σύνταγμα του 1844 αν και είχε κάποιες φιλελεύθερες απόψεις και προστάτευε βασικές πολιτικές ελευθερίες, εντούτοις μπορεί να χαρακτηριστεί συντηρητικό συγκριτικά με τα Συντάγματα του Αγώνα. Έτσι, δεν έγινε δυνατό να αλλάξουν βασικές κοινωνικές και οικονομικές δομές που υπήρχαν από την τουρκοκρατία, και παρά τις προσδοκίες ακτημόνων και φτωχών αγροτών για βελτίωση των όρων ζωής με την παροχή εθνικών γαιών, το ζήτημα δεν επιλύθηκε μέχρι το 1971.
Οι αγρότες, μικρογεωργοί στην πλειοψηφία τους, «αντιμετώπιζαν μεγάλη έλλειψη ρευστού χρήματος», το κόστος από τοκογλύφους ήταν συνήθως 15% -45% (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179). Το Ελληνικό κράτος δεν αγνοούσε τα δίκτυα δανεισμού και τις επιπτώσεις τους σε παραγωγή και εμπόριο, και προχώρησε στη δημιουργία της Εθνικής Τράπεζας το 1841 με στόχος της τα χαμηλότοκα δάνεια για εμπόριο και αγροτική παραγωγή. Και αυτή όμως στο τέλος τα έδινε σε «… μικρεμπόρους …με ετήσιο επιτόκιο 8-10%» και «στο ίδιο το ελληνικό κράτος» και «εντέλει αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τους τοκογλύφους» έτσι ο «συνασπισμός Εθνικής Τράπεζας και τοκογλύφων θα στερούσε κάθε ελπίδα φτηνού δανεισμού κι επομένως κάθε ικμάδα από τους αγρότες παραγωγούς» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179-180). Πως ξέφυγε αυτό αλήθεια απ’ τους ηγέτες της επανάστασης στο Σύνταγμα του 1844; στο Σύνταγμα του 1863; στο Σύνταγμα του 1911; Ίσως γιατί με «τις δεδομένες συνθήκες κοινωνικής κυριαρχίας των εμπόρων και των τοπικών δικτύων εξουσίας, η επίλυση του προβλήματος έθετε σε αμφισβήτηση τους ίδιους τους όρους της κοινωνικής κυριαρχίας και αναπαραγωγής τους» (Σ. Πετμεζάς, Η Ελληνική αγροτική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σελ. 93).
Το φορολογικό καθεστώς επίσης, αν και κατάργησε «το σύνολο των προσωπικών φόρων», των «διανεμητικών», και «όλα τα δοσίματα και οι φόροι που ήταν έκτακτοι, στρατιωτικού χαρακτήρα», χαρακτηρίζεται από ατολμία με την υιοθέτηση ίδιων μέτρων της οθωμανικής εποχής όπως τη δεκάτη ή την ανοχή της διαφθοράς στο σύστημα ενοικίασης φόρων, και συνέχισε την ανισοκατανομή με «υποκατάσταση των άμεσων έγγειων φόρων από τους έμμεσους» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 59-57) που πλήττουν κυρίως τους φτωχούς.
Το «ελληνικό φορολογικό σύστημα δεν έτεινε ποτέ προς την τελειότητα ή την ισότητα, ούτε βεβαίως αποτέλεσε ουσιαστικό παράγοντα ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 90).
«Η ακρίβεια του ψωμιού δεν οδηγούσε σε άνοδο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την κλασσική πολιτική οικονομία, αλλά σε πτώση της τιμής των ημερομισθίων», γιατί η αύξηση εντατικοποιούσε «την απασχόληση του εργατικού δυναμικού που περικλείει η οικογένεια» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 294), με πτώση παραγωγικότητας και ημερομισθίων.
2. Α’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1871 ΣΕΛ. 5
Η Ελλάδα είχε εμπειρία στις αγροτικές καλλιέργειες, γόνιμα εδάφη, υγιή πληθυσμό, εύκρατο κλίμα, και εμπορική γνώση λόγω ναυτικής παιδείας, με τους ομογενείς να αποτελούν κεφάλαιο στις αναπτυξιακές της προσπάθειες (εξαγωγές, κλπ). Από «τα βασικά επίδικα ζητήματα του 19ου αιώνα», που επηρέασε την οικονομία, ήταν «η νομική σχέση» των αγροτών «με τη γη που καλλιεργούσαν» και «η τεχνική μορφή της καλλιέργειας» διότι μετά την ανεξαρτησία η γη των Οθωμανών, πέρασε στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους και δημιουργήθηκαν «οι εθνικές γαίες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 181-182).
Άλλο ζήτημα ήταν ότι οι αγρότες, έχασαν τα προνόμια που είχαν επί οθωμανικής διοίκησης - το δικαίωμα να έχουν σπιτικό στην περιοχή του τσιφλικά, το δικαίωμα χρήσης μέρους της εκδούλευσής τους για επιβίωση της οικογένειάς τους κλπ – και αντιμετωπίζουν τον φόβο της απόλυσης, της πείνας και της εξαθλίωσης.
Οι γεωργοί μπορούσαν να είναι «μικροϊδιοκτήτες» που καλλιεργούσαν τη δική τους γη, «μισθωτές των εθνικών γαιών» ή «μορτίτες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 182) που κρατούσαν μέρος της απόδοσης (1/2 με 1/3) της γης που καλλιεργούσαν και ανήκε στην εκκλησία ή αλλού, ενώ η καλλιέργεια γινόταν με πρωτόγονες συνθήκες, φέρνοντας χαμηλή παραγωγή. Το ενοίκιο που πλήρωναν οι αγρότες μέχρι το 1871, και ο θεσμός της μορτής περιόριζε τα κέρδη και τις επενδύσεις – κέρδος ήταν μόνο η επιβίωση - και μεγάλο μέρος εθνικών γαιών έμενε αναξιοποίητο, μια και δεν συνέφερε η επένδυση σε ξένη γη, και οι λόγοι αυτοί ήταν αρκετά ισχυροί για απαίτηση της διανομή της, και την Α’ αγροτική μεταρρύθμιση.
Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου το 1871 προχωρεί στο μοίρασμα των εθνικών γαιών με νόμο «έναντι λογικού αντιτίμου», και περίπου 350.000 αγρότες έγιναν ιδιοκτήτες γης, από την πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση που δημιούργησε «ένα εκτεταμένο στρώμα σχετικά εύπορων μικροϊδιοκτητών στην ύπαιθρο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 183-184). Το παράδοξο ήταν να έχουμε ανάγκη για να καλλιεργούν τα αμπέλια, «εργάτες από τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, ακόμη και από την Ιταλία» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 176).
Η κοινωνική ανισότητα βελτιώθηκε με την αναδιανομή γης, αν και δεν έλειψαν διάφορα παρατράγουδα όπως η συγκέντρωση «πάνω από το 10% των γαιών που διανεμήθηκαν στην Αμαλιάδα!» σε βουλευτή με το γαμπρό του, και στηριγμένος στα γεγονότα αυτά «ο Φραγκιάδης υποστήριξε ότι ο νόμος διανομής του 1871 επέτρεψε σε οικονομικά ισχυρές οικογένειες ορισμένων επαρχιών να συγκεντρώσουν στα χέρια τους σχετικά σημαντικές εκτάσεις γης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 36).
Η επέκταση των αμπελιών - έντονη ζήτηση για εξαγωγές σταφίδας - μείωσε την παραγωγή δημητριακών οδηγώντας σε έλλειμμα στο σιτάρι, και στις εισαγωγές «κυριαρχούν τα σιτηρά» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 179), με μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων.
Το αμπέλι, αναδείχθηκε σε πρωταθλητή απόδοσης το διάστημα 1866 με 1872 (με τη καταστροφή γαλλικών και ισπανικών αμπελιών από φυλλοξήρα). Από 1870 έως το 1890 διπλασιάστηκε η παραγωγή σταφίδας, που αποτελούσε τον κύριο όγκο εξαγωγών, με σχεδόν μονοκαλλιέργεια στη βόρεια Πελοπόννησο, ωστόσο «το εξωτερικό εμπόριο παρέμενε παθητικό σε ολόκληρη την περίοδο που εξετάζουμε». Το Κράτος το ενθάρρυνε αυτό, λόγω φορολογικών εσόδων, αμοιβών στους αγρότες και καλλιέργειας δυσπρόσιτων εδαφών σε βουνοπλαγιές, αλλά «είχε οδυνηρές επιπτώσεις από τη δεκαετία του 1890 ως και το Μεσοπόλεμο». Εξίσου σημαντική ήταν η ανάπτυξη των πόλεων εκείνη την εποχή με το κεντρικό ρόλο «των αστικών κέντρων» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 178-176) με τη διατήρηση παραδοσιακών οικονομικών και κοινωνικών ρόλων.
Η δεκαετία του 1890 είναι μια εποχή, με οικονομική ανάπτυξη και ξεκινά το 1881, όταν μετά τη σύνοδο των μεγάλων δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη, προσαρτήθηκε οριστικά η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου στην Ελλάδα. Μετά το 1892 η υπερπαραγωγή σταφίδας, ανάτρεψε την υπνηλία πολιτικών και λαού, με κατάρρευση τιμής και εξαγωγών. Ακολουθεί η πτώχευση του 1893, και η κατάρρευση του εμπορίου της σταφίδας, επί Χαρίλαου Τρικούπη παράλληλα με την «άθλια διαβίωση μεγάλων τμημάτων του αγροτικού πληθυσμού» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 249).
Από το 1893 ως τους Βαλκανικούς πολέμους η αμπελοκαλλιέργεια «περιορίστηκε κατά το 1/10, αλλά και πάλι το 1/5 της παραγωγής έμενε απούλητο». Οι σταφιδοπαραγωγοί όμως «είχαν αποκτήσει πλέον και πολιτική ισχύ», ανάγκασαν «το κράτος να λάβει δαπανηρά προστατευτικά μέτρα» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 183), σε βάρος του συνόλου.
Η κρίση λειτούργησε καταλυτικά στη δημιουργία νέων κοινωνικών κινημάτων, και συντέλεσε στην μετανάστευση τόσο στο εξωτερικό όσο και στα αστικά κέντρα.
Γίναμε όμως αναξιόπιστοι διεθνώς με αποτέλεσμα «την εγκατάσταση του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου» (Σ. Μαρκέτος, ό.π., σελ. 161), λόγω αναγκαίας οικονομικής εξυγίανσης. Ακολουθεί η ανάκαμψη σε όλους τους τομείς στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα αλλά παραμένει το ίδιο πρόβλημα τον νέο αιώνα: οι εθνικές γαίες των νέων περιοχών όπως της Θεσσαλίας, μα και η δικαίωση των πολεμίων της λύσης που μιλούσαν «για ζημία του Δημοσίου» μια και «σαράντα χρόνια μετά μόνο το 55% του οφειλόμενου από τους χωρικούς ποσού είχε αποπληρωθεί» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 31).
Από το 1870 - 1910, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει έντονη ανάπτυξη, με πολλαπλασιασμό των καλλιεργειών, του εμπορίου, των πόλεων, των βιοτεχνιών και τη δημιουργία βιομηχανίας και αστικών κέντρων με το δημόσιο τομέα να γιγαντώνεται.
Β. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 6
1. πολιτικό περιβάλλον και Βαλκανικοί Πόλεμοι Α’1912, Β’ 1913 ΣΕΛ. 6
Ενώ ήταν προφανές ότι η Θεσσαλία θα έλυνε το πρόβλημα αυτάρκειας στα δημητριακά έγινε το αντίθετο, και ίσως τσιφλίκια και κολίγοι συντέλεσαν σε αυτό. Η ύπαρξη σε Θεσσαλία και Άρτα τούρκικων τσιφλικιών και η επιδείνωση αυτού του φαινομένου λίγο πριν την προσάρτηση, με τους Οθωμανούς τσιφλικάδες φοβούμενοι, να πουλούν τα τσιφλίκια τους σε έλληνες τσιφλικάδες, ήταν η νέα κοινωνική ανισσοροπία. Από την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 μέχρι το 1896, στις κυβερνήσεις με επικεφαλής τον Τρικούπη οι «ακτήμονες μάταια έλπισαν ότι θα βελτιωνόταν η θέση τους…αντιθέτως, αυτό αναγνώρισε στους τσιφλικάδες δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας και τους επέτρεψε μονομερώς να μεταβάλουν τις καλλιεργητικές σχέσεις εις βάρος των μορτιτών ή κολίγων» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184). Το 1909, καμία πολιτική δύναμη δεν ήταν ικανή να γίνει φορέας ριζοσπαστικών αλλαγών, ο λαός ζούσε με προβλήματα, μα η πολιτική βούληση έλειπε. Τότε μια στρατιωτική ομάδα έφτιαξε το «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», με αποκορύφωμα το κίνημα στο Γουδί το 1909, ενώ σε δεύτερο χρόνο, κάλεσαν τον Βενιζέλο να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.
Το 1910 εμφανίζεται με αξιώσεις στην πολιτική η αναπτυσσόμενη αγροτική τάξη* οι αγρότες της Θεσσαλίας, κινητοποιήθηκαν δυναμικά και συνάντησαν την άγρια καταστολή στο Κιλελέρ, ενώ ταυτόχρονα οι αγρότες στην σταφίδα επαναστάτησαν με όπλα.
Το Μάιο του 1912 η Ελλάδα αν και τελευταία προχώρησε στην συνθήκη συμμαχίας με την Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στις 4 Οκτωβρίου του 1912 ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος και αν και ο Κωνσταντίνος (ενεργώντας με γερμανικές εντολές για να πάρουν οι φίλα προσκείμενοι προς αυτούς Βούλγαροι την Θεσσαλονίκη) ήθελε να συνεχίσει την προέλαση προς τα Σκόπια, υπάκουσε στη διαταγή του Βενιζέλου να πάρει την Θεσσαλονίκη. Το Μάιο του 1913 με τη συνθήκη του Λονδίνου, τα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας αφήνονται στους νικητές συμμάχους* αυτή η ασάφεια οδήγησε στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο με τη συμμαχία Ελλάδας και Σερβίας εναντίον της μέχρι πρότινος συμμάχου Βουλγαρίας.
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε στις 16 Ιουνίου του 1913 και η νίκη Ελλάδας και Σερβίας ήταν γρήγορη. Η υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου δύο μήνες μετά έφερνε την Ελλάδα διπλάσια τόσο σε έκταση όσο και σε πληθυσμό σε σχέση με την ίδια ένα μόλις χρόνο πριν, δηλαδή προτού ξεσπάσουν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι.
Η Ελλάδα έγινε χώρος πολέμου κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και αν και ξεκίνησε άσχημα λόγω συσχετισμών στις συμμαχίες, συνέβαλε στη νίκη της Συμμαχίας κατά των Κεντρικών Δυνάμεων και των συμμάχων τους με αποτέλεσμα το 1918 η Βουλγαρία και η Τουρκία να συνθηκολογήσουν – συμμαχικά και ελληνικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν ως κατοχικές δυνάμεις στην Κωνσταντινούπολη - και το 1919 να υπογραφεί η Ελληνοβουλγαρική συνθήκη παραχώρησης στην Ελλάδα της Δυτικής Θράκης.
Η απελευθέρωση λοιπόν πρώτα της Μακεδονίας και μετά της Θράκης έδινε στην Ελλάδα εκτάσεις, ανθρώπινο δυναμικό, και προοπτικές, δηλαδή «ένα τρόπο για να πάψει να εξαρτάται οικονομικά απ’ τον εξωτερικό κόσμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 148).
2. Β’ Αγροτική μεταρρύθμιση 1917 (1918-1925) ΣΕΛ. 7
Οι κολίγοι αποτελούν τη δυναμίτιδα του νέου αγροτικού ζητήματος. Μετά την οργάνωσή τους και αποδέσμευσή τους από προσωπικά κόμματα «έφεραν στο προσκήνιο τα αιτήματά τους, με την εξέγερση του Κιλελέρ» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184) το 1910.
Τότε «κυριαρχούσε στην ελληνική πολιτική η επιβλητική μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 40) που υποσχέθηκε την αγροτική μεταρρύθμιση και την έκανε πράξη μετά από 7 έτη όταν οι εξεγερθέντες αγρότες «υποχρέωσαν την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων, παρά την αρχική της απροθυμία, να διανείμει τα μεγάλα κτήματα με τη δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία ολοκληρώθηκε τον Μεσοπόλεμο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 184). Τον Δεκέμβριο του 1917 «η βενιζελική βουλή στην Αθήνα ψήφισε τον νέο Αγροτικό νόμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 108).
Η «μεταρρύθμιση θα γινόταν πράξη με την αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ξεπερνούσαν τα 1000 στρέμματα (και ήταν έως τότε γαίες τσιφλικιών) και τη διανομή τους, μαζί με τις γαίες του Δημοσίου, σε κολίγους και αγροτικούς εργάτες» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 268). «Μέχρι το 1918, είχαν απαλλοτριωθεί περίπου 150 από τα 466 χωριά που αριθμούσαν αρχικά τα τσιφλίκια» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 79). Και όμως, το αγροτικό πρόβλημα στην Ελλάδα θα περιμένει μέχρι το 1922 για να πάρει μία σχετικώς ριζική λύση, όταν τα κοινωνικά δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια καθυστέρησης με την άφιξη των Μικρασιατών, «ενός τουλάχιστον εκατομμυρίου νεοφερμένων σε μια χώρα με λιγότερα από πέντε εκατομμύρια κατοίκους», που «περιέπλεξε εξαιρετικά το επίπονο έργο της μεταπολεμικής Ανοικοδόμησης» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 39).
«Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αυξήθηκαν σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930 σε σύγκριση με τα τέλη της δεκαετίας του 20» και με την αγροτική μεταρρύθμιση μετέτρεψαν την Ελλάδα «σε έθνος μικροϊδιοκτητών» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 33-111).
«Τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά και δημόσια έργα που υποστήριξαν την αγροτική μεταρρύθμιση και επιδίωξαν τον εκσυγχρονισμό της χώρας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 265), έγιναν την πενταετία 1926 με 1931.
Αν «η σταφίδα ήταν το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν του παρελθόντος, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το μέλλον έδειχνε να ανήκει στον καπνό», ενώ «ήταν δύσκολο να πειστούν οι σταφιδοκαλλιεργητές να στραφούν προς άλλα προϊόντα, αφού θυμούνταν πόσα κέρδη απολάμβαναν στις περιόδους μεγάλης ζήτησης, όπως εκείνη που ακολούθησε αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 121-117)
Μετά «την πρόσκτηση της δυτικής Θράκης το 1922, έγινε ο μεγαλύτερος απ’ τους τρεις εξαγωγείς ανατολικών καπνών, κατέχοντας το ήμισυ των συνολικών εξαγωγών», και «μέχρι το 1929, ορισμένες περιοχές είχαν πλήρως εξαρτηθεί από τη σοδειά του καπνού». Τότε αποτελούσε το 1/5 των καλλιεργούμενων εκτάσεων και απέφερε το ½ των συνολικών εξαγωγικών εσόδων (Mark Mazower, ό.π., σελ. 122-123).
«Η αγροτική μεταρρύθμιση επέφερε σημαντικά αποτελέσματα», στην «αύξηση τόσο του συνολικού ενεργού πληθυσμού όσο και των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα», στην «αύξηση του γυναικείου ενεργού αγροτικού πληθυσμού», (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 268) και στην αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε Μακεδονία και Δυτική Θράκη.
Έτσι ελέγχθηκε η αυτονόμηση των αγροτών και «ματαιώθηκε η ανάπτυξη ισχυρού αγροτικού κινήματος», ενώ «η μακρόσυρτη διάρκεια στη διανομή της γης» οδήγησε σε «εξάρτηση των αγροτών από το κράτος», και «στον έλεγχο μεγάλου μέρους τους από τα αστικά κόμματα μέσω του συστήματος πολιτικής πελατείας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269).
Το «πνεύμα της μικροϊδιοκτησίας» επέδρασε στον αγρότη όταν αυτός μετανάστευσε στην πόλη μη σκοπεύοντας «να παραμείνει μισθωτός», στόχευε στην κοινωνικοοικονομική του ανέλιξή και «δημιουργούσε τη δική του μικροεπιχείρηση» ή «εισερχόταν στο Δημόσιο» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269).
Γ. Ο Μεσοπόλεμος 1918-1939 και η ύφεση του 1929 ΣΕΛ. 8
Με την έννοια μεσοπόλεμος αναφερόμαστε στη χρονική περίοδο μεταξύ Πρώτου και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μεταξύ 1918 και 1939.
«Κύριο χαρακτηριστικό της εθνικής παραγωγής» ήταν «η κυρίαρχη θέση του πρωτογενούς τομέα». «Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ζούσε στην ύπαιθρο και μεγάλο μέρος της απασχολούνταν στη γεωργία». «Η χώρα εισήγε από το εξωτερικό το 1/3 των αναγκών της σε δημητριακά και άλλα είδη διατροφής». Στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, «όπου η γη είναι σχετικά εύφορη, υπήρχαν μεγάλες γαιοκτησίες, τις οποίες καλλιεργούσαν φτωχοί κολίγοι, με τους γαιοκτήμονες να παρακρατούν το μισό έως το ένα τρίτο της ακαθάριστης παραγωγής» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 267).
Η «επιλογή να μείνει ανοιχτή η ελληνική οικονομία συνέβαλε στην εμφάνιση διαρθρωτικών αδυναμιών κι εντέλει στην καθυστέρηση της χώρας σε σχέση με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 176), αντίθετα εμείς εκτιμούμε θετική την εμφάνιση διαρθρωτικών αδυναμιών, αφού δεν τις δημιουργεί η ελεύθερη οικονομία, αλλά προβάλλει παραβολικά τις υπάρχουσες* ποιος τις δημιουργεί; «η εξάρτηση της αγροτικής οικονομίας απ’ το διεθνές εμπόριο αποτελούσε ένα διαρθρωτικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας», να σταματήσουμε τις εξαγωγές; όχι, αυτό δείχνει «τον χαμηλό βαθμό ολοκλήρωσης των εγχώριων αγορών προϊόντων» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 311-310).
Τον Νοέμβριο του 1929 λοιπόν «ένας νεαρός καθηγητής πολιτικής οικονομίας ονόματι Ξενοφών Ζολώτας παρατήρησε πως όλη η Αθήνα έμοιαζε να θέτει το ίσιο ερώτημα: υπήρχε οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ναι ή όχι; Περίπου ένα χρόνο αργότερα, ελάχιστες αμφιβολίες μπορούσαν να υπάρχουν γι’ αυτό» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 17). Τότε «το 70% περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης καλυπτόταν από δημητριακά, η Ελλάδα εξακολουθούσε να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές σιτηρών» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 124), και αυτό έκρυβε ένα παράγοντα ανάπτυξης ανεξάρτητο της κρίσης του 29 (κραχ σε wall street κλπ) που ήρθε, και οδήγησε στην πολιτική στροφή και στον “κανόνα της αυτάρκειας” (για σιτάρι κλπ). Η «επέκταση της καλλιέργειας δημητριακών, και ιδίως σιταριού, εις βάρος της αγρανάπαυσης» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 318), ήταν μέτρο βραχυπρόθεσμων κερδών, αλλά ζημιών μεσοπρόθεσμα, με μείωση της στρεμματικής απόδοσης, που επιδεινώνονταν απ’ τη μη χρήση λιπασμάτων.
Ενώ ο Μεσοπόλεμος ξεκινά με την αρχή απόδοσης της αγροτικής μεταρρύθμισης, την περίοδο 1929-1932 έχουμε «γενικευμένη γεωργική κρίση…ως αποτέλεσμα της πτώσης της αξίας των ελληνικών εξαγωγών» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 269), κάτι που οδήγησε στη μείωση των αγροτικών εισοδημάτων εξ’ αιτίας της πτώσης των τιμών σε καπνά και δημητριακά, και της μείωσης της παραγωγής τους λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών που «μείωσαν την αναμενόμενη σοδειά έως και 40% μεταξύ 1928-31» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 128). Ως αποτέλεσμα της κρίσης είναι το γεγονός της υπερχρέωσης των αγροτών σε «ποσοστό μεγαλύτερο του 83%» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 270) το 1933.
Η ύφεση «έπληξε σκληρά όχι μόνο τους καπνοπαραγωγούς» αλλά και «τους παραγωγούς δημητριακών οι οποίοι καλλιεργούσαν περισσότερο από το 70% της γης» καθώς «κατέρρεαν οι διεθνείς τιμές του σίτου» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 178).
Τότε το 1932 εγκαταλείποντας τον κανόνα χρυσού «η δραχμή υποτιμήθηκε ραγδαία» και η κεντρική τράπεζα βελτίωσε τη συναλλαγματική θέση της* βοηθώντας έτσι τον διεθνή ανταγωνισμό των αγροτικών προϊόντων όπου βλέπουμε υποχώρηση εισαγωγών «από το 67% στο 32% για τα είδη διατροφής και από το 64% στο 27% για το σιτάρι», ενώ μια και ο εγχώριος σίτος υποκαθιστούσε τον εισαγόμενο «ωφελημένοι έβγαιναν κυρίως οι μικροϊδιοκτήτες» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 243-311-313).
Για τη Δημοκρατία «η κρίση έφερε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα – τόσο στο επίπεδο της ηγεσίας όσο και των μαζών», με την επιβολή στρατιωτικού νόμου το 1936 για μια χώρα «όπου ο πρωθυπουργός μπορεί να κηρύσσει δικτατορία χωρίς να χυθεί σταγόνα αίματος, χωρίς την παραμικρή αντίσταση» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 365-375).
Και όμως τότε έχουμε την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας «με σκοπό τον έλεγχο των αγροτικών πιστώσεων», τα «μέτρα υπέρ της αναστολής εκτέλεσης απαιτήσεων κατά των αγροτών», τους «εισαγωγικούς δασμούς στο σιτάρι», και το «νομοθέτημα 677/14-5-1937 «περί ρυθμίσεως χρεών» της Κυβέρνησης Μεταξά», όπου «οι αγρότες απαλλάσσονταν από μέρος των ήδη συσσωρευμένων χρεών τους» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 270-294).
Το μεταξικό καθεστώς προώθησε την εντατική καλλιέργεια, την ενίσχυση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 304), «μείωσε τα επιτόκια της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος, κατάργησε το παρακράτημα και ενίσχυσε ιδιαίτερα την παραγωγή του σιταριού και της σταφίδας…»*, αυτή όμως η πολιτική της αυτάρκειας είχε «ένα βασικό μειονέκτημα: προσανατόλισε τη γεωργία σε αντιοικονομικές καλλιέργειες, δηλαδή καλλιέργειες με χαμηλότερο εισόδημα από άλλες, όπως τα εξαγώγιμα αγροτικά προϊόντα» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 294).
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η οικονομική ανάπτυξη και η δημιουργία υποδομών έγινε αισθητή μετά το 1860, όπου, η α΄ αγροτική μεταρρύθμιση το 1871, είχε αποτέλεσμα την αύξηση της αγροτικής παραγωγής, των εμπορικών συναλλαγών, και την οικονομική άνοδο της Ελλάδας, ενώ προετοίμασε την είσοδο της οικονομίας στην καπιταλιστική μορφή. «Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, το πρόβλημα της διανομής των εθνικών γαιών δεν επιλύθηκε παρά μόνο αρκετά χρόνια μετά την έκδοση του νόμου, όταν οι χωρικοί επέβαλαν ουσιαστικά τη μείωση του ύψους (και σχεδόν την παραγραφή) των τοκοχρεολυσίων», ενώ το μικρό μέγεθος «του κλήρου που επέβαλε ο νόμος…αποτέλεσε το βασικό αίτιο της χρόνιας ελλειμματικότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 38-292).
Η γεωργία «δεν οργανώθηκε σε καπιταλιστικές βάσεις, παρά την ποσοτική της μεγέθυνση, τη συγκυριακή άνθηση της αμπελοκαλλιέργειας στην Πελοπόννησο και την απόκτηση του σιτοπαραγωγού θεσσαλικού κάμπου» (Μαρκέτος, ό.π., σελ. 175) μετά το 1881. Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό άλλωστε όταν για το σιτάρι «υπολογιζόταν πως οι άνδρες εργάζονταν μόνο 74 ημέρες το χρόνο» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 323).
Η κρίση της σταφίδας το 1893 ήταν η αρχή για τη μετανάστευση όπου η «ταχεία και οργανωμένη υπερατλαντική έξοδος επέτρεψε τη σχετική αποσυμφόρηση της υπαίθρου από την πλεονάζουσα υποαπασχόληση, ανεβάζοντας και πάλι την παραγωγικότητα εργασίας» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 318) με άνοδο των ημερομισθίων.
Με τη δεύτερη αγροτική μεταρρύθμιση το 1917 «δημιουργήθηκε μια αγροτική δομή, στην οποία κυριαρχεί μέχρι σήμερα η πολυκερματισμένη μικρή αγροτική εκμετάλλευση με εξαιρετικά υψηλό κόστος του παράγοντα εργασία» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 47), αλλά και η τάξη των μικροϊδιοκτητών που βοήθησε στην δημιουργία και τη διάδοση του επιχειρείν.
Σε μια «αγροτική κοινωνία, ο εκσυγχρονισμός και η συσσώρευση κεφαλαίου στο πλαίσιο της δημοκρατίας σήμαιναν πως έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στη γεωργία έναντι της βιομηχανίας»* ενώ έστω και από φρούδες ελπίδες «η αγροτική μεταρρύθμιση μαζί με τον εξωτερικό δανεισμό… εξαγόραζαν την υποστήριξη των αγροτών προς το βενιζελικό κράτος» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 384). Η «διατήρηση και αύξηση του κατά κεφαλήν γεωργικού προϊόντος και, κατά συνέπεια, η αναπαραγωγή του έγγειου καθεστώτος, στηρίζονταν στη συντήρηση της διάρθρωσης του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου και στη διατήρηση των ρυθμών ανάπτυξής του» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 310).
Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν βαθιά τομή και καταλύτη κοινωνικής ισορροπίας, και μετά οικονομικής ανέλιξης, και συντελούν στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, μεταλλάσσοντάς τη, αν και βρίσκεται σε μόνιμο πόλεμο με τους Οθωμανούς.
Η οικονομική ανάπτυξη, στηρίχθηκε στην αύξηση των συνόρων με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, της Άρτας, της Μακεδονίας, της Θράκης, και στην αύξηση του πληθυσμού, και είναι προϊόν επιτάχυνσης της αστικοποίησης, καταμερισμού εργασίας, αύξησης της νομισματικής ρευστότητας και εξαγωγών σταφίδας, νέων Τραπεζών, Τράπεζας της Ελλάδος, και Αγροτικής Τράπεζας, όπου δημιουργούν τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες.
Η κρίση του 1929 απέδειξε ότι η καθυστερημένη τότε οικονομία διέθετε «τους δικούς της μηχανισμούς ανάκαμψης, οι οποίοι μας βοηθούν να εξηγήσουμε την ασυνήθιστα γοργή οικονομική άνοδο της Ελλάδας μετά το 1932» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 379).
Το κράτος αναμενόταν να ρυθμίσει τις διανεμητικές ανισότητες που δημιουργούταν, αλλά το κράτος δεν είναι ένας μηχανισμός εκτός κοινωνικών τάξεων. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ο μηχανισμός της εκάστοτε άρχουσας τάξης ή του ισχυρότερου τμήματός της, με το οποίο εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό υπήρξε, «ο αργός και σταδιακός ενοφθαλμισμός του καπιταλισμού» (Σ. Πετμεζάς, ό.π., σελ. 91).
Σε «ένα κόσμο ο οποίος μεταβάλλεται τόσο γρήγορα και όπου η μία χώρα μετά την άλλη ζει την επιθανάτια αγωνία ενός κοινωνικού σεισμού, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος αγρόν αγοράζει» (Mark Mazower, ό.π., σελ. 393).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
G. Herring, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμος Α’, μτφρ. Θ. Παρασκευόπουλος, , Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2006.
Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.
Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μτφρ. Σ. Νικολούδη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000.
Mark Mazower, H Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, μτφρ. Σ. Μαρκέτος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002.
Σ. Μαρκέτος, "Ο Οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου Ελληνισμού" στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική ιστορία, τόμος Γ’, των Γ. Μαργαρίτης, Σ. Μαρκέτος, Κ. Μαυρέας, Ν. Ροτζώκος, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
Σ. Πετμεζάς, Η Ελληνική αγροτική οικονομία κατά τον 19ο αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
Ιστορικοί που αποζητούν τη σύνθεση νοσταλγούν την παρηγοριά της φιλοσοφίας…
SIEGFRIED KRACAUER, Geschichte – von den letzten Dingen, Φραγκφούρτη 1971.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

ΕΛΠ 11 εργ.1η Η χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο και στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.)

ΑΡΓΥΡΗΣ ΗΛΙΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Πρόγραμμα Σπουδών: ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θεματική Ενότητα: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ακαδ. Έτος: 2007-2008
Όνομα Καθηγητή: ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΥΑΝΘΗΣ
Συγκρίνετε τη χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο και στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.). Ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή και πώς σχετίζεται με τον διαφορετικό χαρακτήρα των κοινωνιών αυτών;

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕΛ. 3
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΕΛ. 4
Α. 1. χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο - πολιτισμό ΣΕΛ. 4
1.1 μυκηναϊκός κόσμος – πολιτισμός ΣΕΛ. 4
1.2 χρήση της γραφής – ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β ΣΕΛ. 4
2. χρήση της γραφής στην πρώιμη πόλη-κράτος
της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.) ΣΕΛ. 6
2.1 πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.) ΣΕΛ. 6
2.2 χρήση της γραφής ΣΕΛ. 8
3. σύγκριση τη χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο και στην
πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.). ΣΕΛ. 9

Β. 1. ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στον μυκηναϊκό κόσμο
και πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής; ΣΕΛ. 9
1.1 ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στον μυκηναϊκό κόσμο ΣΕΛ. 9
1.2 πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής; ΣΕΛ. 11
2. ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στην πρώιμη πόλη-κράτος
της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.)
και πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής; ΣΕΛ. 12
2.1 ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στην πρώιμη πόλη-κράτος
της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.) ΣΕΛ. 12
2.2 πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής; ΣΕΛ. 13
3. πώς σχετίζεται με τον διαφορετικό χαρακτήρα
των κοινωνιών αυτών; ΣΕΛ. 14
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΕΛ. 14
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕΛ. 15
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τι είναι αυτό που ενώνει δύο εποχές με 700 έτη διαφορά ; Ίσως μια όμοια προφορική παράδοση που η κατά εποχές έκφρασή της με τη γραφή δημιούργησε την Γραμμική Β γραφή (τέχνη) στην εποχή του μυκηναϊκού κόσμου, και το ελληνικό αλφάβητο στην συνέχεια στην εποχή της πόλης – κράτος (8ος - 7ος αι. π.Χ.).
Η φωτιά είναι αυτή που κατέστρεψε «τα κυριότερα μυκηναϊκά κέντρα» John Chadwick (Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Gutenberg, Αθήνα 1999, σελ. 387), και είναι αυτή που μας έδωσε το φως της γνώσης - μέσω της καύσης των επιγραφών – για την γραφή Γραμμική Β και τον πολιτισμό του μυκηναϊκού κόσμου. Αντίστοιχο φως για τον ελληνικό πολιτισμό ήταν η γραφή στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.).
Άξιζε η υπομονή για μια τέτοια γέννηση, που βοήθησε στην ανέλιξη του ανθρώπινου είδους όπως θα δούμε στη συνέχεια μέσω της χρήσης της, των αναγκών που εξυπηρετούσε, και της σχέση της με τον χαρακτήρα της κοινωνίας της αρχαϊκής πόλης.
Η χρήση και εφαρμογή της γραφής στην αρχαϊκή πόλη και ειδικά στην ποίηση – π.χ. Όμηρος – προσθέτει αξεπέραστη αξία στον χαρακτήρα της κοινωνίας της, και επιδιώκει με επιμονή να καλλιεργεί αναλλοίωτες αιώνιες αξίες. Είναι η αρχαϊκή πόλη που «ο Όμηρος περιγράφει την αποστολή γραπτού μηνύματος» (σκοτώστε τον κομιστή) John Chadwick (ό.π., σελ. 368).
Πρώτα όμως θα ασχοληθούμε με τη γραφή στον μυκηναϊκό κόσμο και πως χρησίμευε στο κράτος των ανακτόρων μέσω της χρήσης της, των αναγκών που εξυπηρετούσε, και της σχέση της με τον χαρακτήρα της κοινωνίας του μυκηναϊκού κόσμου.
Και είναι η αρετή της γνησιότητάς – των πινακίδων – που ασκεί πάνω μας μια ανεξήγητη και απρόσμενη έλξη για τη μελέτης τους… η ταυτότητά μας ήταν εκεί θαμμένη, και τώρα βρέθηκε για την ψυχή μας, για τον πολισμό μας, για τη γλώσσα μας.
Είναι ελάχιστος φόρος τιμής στο απελπιστικά μονότονο περιεχόμενο αυτών των κειμένων, ενώ όπως λέει και ο ποιητής Π. Α. Σινόπουλος για την αποκρυπτογράφησή τους
«ξεχύθηκε καμπανολάλημα τριαντατριών αιώνων»
Τι κρίμα να έχει τόσα να πει η μυκηναϊκή εποχή και να μην μπορεί να πει λέξη … μόνο ιστορία μέσω πινακίδων … που αφήνει πίκρα μια και «οι σχετικές πληροφορίες που αντλούμε, ιδιαίτερα από τις πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής, είναι έμμεσες και βασίζονται στη θέση που φαίνεται να κατέχουν οι διάφορες ομάδες στην παραγωγή» (Ιωάννου, Θ., "Οι προϊστορικοί χρόνοι" στο Ελληνική Ιστορία - Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, τόμος Α, των Θ.Βερέμη, Ι.Γιαννόπουλου, Σ.Ζουμπάκη, Ελ.Ζύμη, Θ.Ιωάννου, Α.Μαστραπά, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2002, σ. 65).
Στη σύντομη εργασία μας συνδετικό ρόλο σε επιστημονικά και μη συμπεράσματα (ειδικά στο μέρος της φαντασίας που απαιτείται για τη Γραμμική Β) θα παίξει η κοινή εμπειρία - όχι μόνο η δική μας - με τη στήριξη του Αριστοτέλη, που έγραψε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια: «πρέπει να δίνουμε προσοχή και στις αναπόδεικτες κρίσεις των έμπειρων ανθρώπων, όχι μικρότερη από εκείνη που αποδίδουμε στις κρίσεις που αποδεικνύονται, γιατί μέσω της εμπειρίας κρίνουν σωστά».
Ελπίζουμε οι ευσεβείς μυθοπλασίες για τη Γραμμική Β να μην συγχωνεύονται με τα γεγονότα τουλάχιστον συνειδητά.
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Α 1. χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο
1.1 μυκηναϊκός κόσμος - πολιτισμός
Μια επιφανειακή ματιά στον μυκηναϊκό κόσμο δημιουργεί πιο πολλά ερωτηματικά απ’ ότι απαντήσεις, δημιουργεί περιορισμένο ορίζοντα. Η διείσδυση όμως σε ουσιαστικά ερωτήματα: τι σχέση είχαμε εμείς με τους μυκηναίους; μιλούσαμε την ίδια γλώσσα; ασκεί μια γοητεία με τις συνεχείς αποκαλύψεις όπως ότι «η γλώσσα που μιλούσαν ήταν ελληνική» (Robin Osborn, H Γένεση της Ελλάδας 1200- 479 π.Χ., Οδυσσέας, Αθήνα 2000, σελ. 28), αλλά σε συλλαβική μορφή, αποδείχνοντας ότι «ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός στο έδαφος της Ελλάδας δημιουργήθηκε από λαό που μιλούσε ελληνικά» John Chadwick (ό.π., σελ. ια-πρόλογος).
Βασικό χαρακτηριστικό του Μυκηναϊκού κόσμου ήταν η ταφική αρχιτεκτονική προς το μνημειακό. Αρχικά οι τάφοι ήταν κυκλικοί και στη συνέχεια με θόλο, εντυπωσιακοί όπως άρμοζε και στους άρχοντες που αναπαύονταν. Έδιναν ιδιαίτερη τιμή στους νεκρούς, και παρ’ ότι πολεμική κοινωνία, απόλαυσε 3 αιώνες ειρήνης, που συντέλεσαν στην ανάπτυξη, και άνθηση τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, με δημιουργία ακροπόλεων, τείχη, συγκροτήματα κατοικιών, ανάκτορα, ανάπτυξη εμπορίου, υψηλή αρχιτεκτονική και τεχνίτες ικανότατους για την εποχή του χαλκού.
Για την κοινωνική ιεραρχία φαίνεται να υπάρχει ένας βασιλιάς (άρχοντας-όχι απόλυτος μονάρχης) και δίπλα του διάφορα πρόσωπα σε ισχυρές περίοπτες θέσεις. Κάποιοι απ’ αυτούς τους ευγενείς έχουν ιδιόκτητες εκτάσεις, ιδιόκτητους τεχνίτες και δούλους, ενώ ακολουθούν στην ιεραρχία οι ανώτεροι υπάλληλοι, και οι τοπικοί διοικητικοί υπάλληλοι ως εκπρόσωποι της κεντρικής εξουσίας, που σε ομάδα πινακίδων διανέμουν ποσότητες χαλκού σε τοπικούς σιδεράδες. Υπάρχουν πολυπληθείς ομάδες δούλων (και γυναίκες) στην κατώτερη βαθμίδα (ακόμη και αιχμάλωτοι) που δουλεύουν είτε ως εργάτες ή αλλού.
Η ανακάλυψη γραπτών πινακίδων σε Κνωσό(προηγείται χρονικά), Πύλο, Μυκήνες, Τίρυνθα, Θήβα, Ορχομενός είναι τα τεκμήρια δημιουργίας της φόρμουλας φαντασίας (S*a) για την κοινωνική και οικονομική ζωή του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Η αποκρυπτογράφηση των πινακίδων αυτών από τους Chadwick και Ventris ξεκίνησε από το 1952 και έκανε πράξη την εικασία ότι «η Γραμμική Β ήταν γραφή μιας αρχαϊκής μορφής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας» (Claude Mosse, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000 – 31 π.χ., μτφρ. Λ. Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1996, σελ. 79).
Με τα αρχαιολογικά δεδομένα μπορούμε να μιλήσουμε για κοινά στοιχεία σε δύο χώρους, στην Κνωσό το 1375 και την ηπειρωτική Ελλάδα το 1200.
Αποκρυσταλλώνεται σταδιακά ένα πάζλ για τον μυκηναϊκό κόσμο με μια κοινωνία δυναμική, δημιουργική, πολεμική, κοινωνικά ιεραρχημένη και γραφειοκρατικά συγκροτημένη με αξιωματούχους και υπαλλήλους και δομή κράτους αν και περιορισμένων διαστάσεων. (Claude Mosse, ό.π., σελ. 92).
Η πτώση του μυκηναϊκού πολιτισμού το 12ο αιώνα έχει διάφορες εκδοχές «το να επικαλείται κανείς εισβολή για να εξηγήσει τις μεταβολές δημιουργεί τόσο πολλά προβλήματα όσα λύνει, γι’ αυτό πιο ικανοποιητική φαίνεται η αναγωγή των μεταβολών σε πιέσεις στο εσωτερικό του ίδιου του συστήματος» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 55) ή ακόμη και σε «…κακές σοδιές» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 119)..
1.2 χρήση της γραφής – ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β
Έχουν βρεθεί 3000 πινακίδες στην Κνωσό, 1200 στην Πύλο και λίγες ακόμη σε Μυκήνες και Θήβα, «αλλά οι πινακίδες της Πύλου έχουν το μεγαλύτερο μέσο μέγεθος, και γι’ αυτό αποτελούν πραγματικά τη σπουδαιότερη για μας πηγή πληροφόρησης» (John Chadwick, ό.π., σελ. 29).
Η Γραμμική Β αποτελεί εξέλιξη της Γραμμικής Α (κρητική γραφή η οποία
χρησιμοποιήθηκε από τους Μινωίτες με τους οποίους είχαν οι Μυκηναίοι επαφές εμπορικές, πολιτικές και πολιτιστικές), και ήταν μια αρχαϊκή μορφή ελληνικών σε συλλαβική μορφή που ήταν παράδοση στη μυκηναϊκή κοινωνία του 1550-1100 π.Χ.
Χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες της διοίκησης απ’ τις αρχές μάλλον του 15ου αιώνα και συγκεκριμένα για τις λογιστικές καταχωρήσεις μιας σύνθετης ιεραρχημένης κρατικής διοίκησης η αξία της όμως ως πρωτογενή πηγή για την κοινωνική διαστρωμάτωση, τη διοικητική οργάνωση, την οικονομία- λογιστήριο, το εμπόριο, τη θρησκεία, και την κοινωνική ζωή του μυκηναϊκού κόσμου είναι τεράστια, και πιο αναλυτικά έχουμε:
α. Η χρήση της γραφής στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση αποτελεί σημαντική ιδιότητα και διακρίνει τους τίτλους εξουσίας και την κοινωνική θέση στο μυκηναϊκό κόσμο όπως με τους όρους:
wa-na-ka άναξ(wanax) βασιλεύς, πιθανόν ο βασιλιάς της περιοχής και του ανακτόρου με
κατοχή διαφόρων κτημάτων και μέτρο την ποσότητα παραγωγής σπόρων
lawagetas κάποιο είδος αρχηγού σημαντικού στο θρησκευτικό τομέα με τα κτήματά του να δίνουν το 1/3 της παραγωγής σπόρων σε σχέση με το βασιλιά
eqeta (επέται) αξιωματικοί ή επίλεκτα σώματα του βασιλιά
τελεσταί ανώτεροι υπάλληλοι επιφορτισμένοι με διοικητικά έργα
τοπικοί διοικητικοί υπάλληλοι που δρουν κατά τόπους ως εκπρόσωποι της κεντρικής
εξουσίας στην επαρχία
damos (δήμος) ίσως ένα σύνολο ανθρώπων επιφορτισμένο με την παραγωγή αγροτικών προϊόντων
δούλοι η κατώτερη βαθμίδα της κοινωνίας που έχει και αιχμαλώτους
β. Η χρήση της γραφής στις γραφειοκρατικές λειτουργίες για την οικονομία - λογιστήριο
Η Γραμμική Β ήταν ουσιαστικά η γραφή για χρήση γραφειοκρατικών λειτουργιών όπως ήταν τότε το λογιστήριο στο μυκηναϊκό ανάκτορο.
Οι πινακίδες που βρέθηκαν αντιπροσωπεύουν ένα τμήμα των αρχείων, τους μηνιαίους λογαριασμούς και στην καλύτερη περίπτωση τους ετήσιους, ενώ σε άλλες πινακίδες αφορούν ιστορικά ντοκουμέντα και χρησιμοποιούνταν για λογιστική χρήση και μηνιαίες και ετήσιες εγγραφές και για καταλόγους τροφοδοσίας και αποθήκευσης. Υπάρχει οργάνωση και διανομή των πρώτων υλών απ’ την παράδοση μέχρι την παραλαβή των αντικειμένων, ενώ έχουμε και καταλόγους μεταλλουργών σε όλη την επικράτεια για περιπτώσεις ανάγκης.
Οι πινακίδες της Πύλου ασχολούνται ιδιαίτερα με τη συγκομιδή μελιού (με περίοπτη θέση στις θρησκευτικές τελετές) και αποξηραμένων σύκων για τις αποθήκες των ανακτόρων.
Έχουμε δε αναφορές για την παραγωγή υφασμάτων, αρωματικών ελαίων, μαλλιού, και απογραφές θησαυρών(των ανακτόρων).
γ. Η χρήση της γραφής στο εμπόριο
Ενδείξεις γνώσης της Γραμμικής Β από εμπόρους υπάρχουν σε επιγραφές πάνω σε πιθάρια όπου η επιγραφή φαίνεται βιαστική και σε σύντμηση ενώ ανάλογες ενδείξεις υπάρχουν σε επιγραφές που βρέθηκαν στη Θήβα για μεταφορές αγαθών με πιθάρια.
δ. Η χρήση της γραφής στην κοινωνική ζωή
Υπάρχει χάραξη Γραμμικής Β σε πήλινο βάζο (που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών) όπου αναφέρει «είμαι φτιαγμένο για το νικητή του χορού» και ερεθίζει τη φαντασία μας, να σχηματοποιήσει ανάλογα «γλέντια» με απονομή βραβείων σε επιμέρους διαγωνισμούς (χορού, τραγουδιού, κλπ), ενώ και στην Κύπρο μια τελετουργική πόρπη
αποδεικνύει τη χρήση της γραφής για τη σχέση του ατόμου που έκανε την αφιέρωση με θεότητες του άλλου κόσμου.
ε. Η χρήση της γραφής στην θρησκεία
Σε πινακίδες από Γραμμική Β αναφέρονται ονόματα θεών όμοια με αυτά της κλασικής εποχής, αλλά και ονόματα από μικρότερες θεότητες, χωρίς να γίνεται καμία σαφής διάκριση ανάμεσα στο τι έχει σχέση με τη θεότητα και τι με το βασιλιά. Απουσιάζουν θεότητες σημαντικές όπως ο Απόλλων και πολλές φορές δεν ξεχωρίζουν θεούς και ανθρώπους. Πινακίδες επιβεβαιώνουν τη χρήση της γλώσσας για ανάρτηση καταλόγων για ανθρωποθυσίες(άνδρες για θεούς, γυναίκες για θεές) σε πινακίδες δε της Πύλου αναφέρονται έκτακτες θυσίες λόγω κινδύνου.
στ. Η χρήση της γραφής σε περιορισμένα κοινωνικά στρώματα
Η περιορισμένη της χρήση - και λόγω της δυσκολίας εκμάθησής της - ήταν και ο λόγος εξαφάνισής της και σαν παράδοση ακόμη. Με την πτώση των ανακτόρων και του μυκηναϊκού κόσμου το τέλος του 12ου αιώνα, έχουμε με ολική έκλειψη Γραμμικής Β και αρχιτεκτονικής, μια και δεν υπήρχε ανάγκη ύπαρξης γραπτών αρχείων για στήριξη των γραφειοκρατικών δομών της εξουσίας. Ίχνη εντοπίζονται στην Κύπρο που συνέχισε να λειτουργεί σαν κέντρο εμπορίου.
2. χρήση της γραφής στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.)
2.1 πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.)
Το φυλετικό κράτος που προηγήθηκε κατά τους λεγόμενους "σκοτεινούς" αιώνες διαδέχεται μια πιο οργανωμένη κοινωνία, που στην κορυφή της ιεραρχικής κλίμακας βρίσκεται τώρα η αριστοκρατία, ενώ η εμφάνιση του Οίκου «…δηλαδή οικογενειών που κατοικούν σε μικρά οικιστικά συγκροτήματα» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 122) το 12ο αι. π.Χ. δημιούργησε μια πρώτη μορφή συνοικισμού (τους πρωτοαστικούς πυρήνες σε Εύβοια και Αττική) χωρίς διακρίσεις ανάμεσα στις ομάδες και ήταν καταλύτης της πόλης-κράτους τόσο της αρχαϊκής όσο και της κλασσικής περιόδου.
Παράγοντες και ανάγκες που οδηγούν στην πόλη – κράτος ή αρχαϊκή πόλη
a. Αύξηση του πληθυσμού
Η πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.) είναι η πόλη που δημιουργήθηκε από ένα μικρό κύκλο αριστοκρατών και τα νέα κοινωνικά στρώματα που βγήκαν απ’ τη δημογραφική έκρηξη (αύξηση του πληθυσμού ιδιαίτερα θεαματική κατά τον 8ο αιώνα με κύριο επιχείρημα την αύξηση του αριθμού των τάφων σε Αθήνα, Αττική, και Άργος). Αποφασιστικός συντελεστής στη δημιουργία της πόλης μπορεί να υπήρξε το μοίρασμα των βασιλικών γαιών που γίνονταν απ’ τους ομηρικούς βασιλιάδες για την απόκτηση πιστών συμμάχων, και συνέβαλαν έτσι στην προοδευτική μετεγκατάσταση.
β. Θρησκευτική δραστηριότητα και κτίσιμο πρώτων ναών
Κτίσιμο πρώτων ναών με τη «…δημιουργία ειδικών χώρων λατρείας» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 142) και μια ριζικά νέα μορφή του ναού με το λίθινο ναό που μάλλον δε σχετίζεται με αντίστοιχους ναούς στη Αίγυπτο όπως υποστηρίζει ο Robin Osborn (ό.π., σελ. 313).
Τέτοιοι ειδικοί χώροι λατρείας είναι ο ναός της Αρτέμιδος στο ιερό της Εφέσου, ο αψιδωτός ναός της Αρτέμιδος στην Αχαΐα, ο ναός του Δαπνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια, ο ναός της Δήμητρας στην Ελευσίνα, το Ηραίον της Σάμου, το Ηραίον του Άργους, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται «όλες οι κύριες λατρείες της κλασσικής Ελλάδας» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 143) με τα ιερά της Ολυμπίας, της Δήλου και της Επιδαύρου να συγκεντρώνουν προσκυνητές απ’ όλη την Ελλάδα. Παράλληλα βλέπουμε αύξηση του αριθμού των αναθημάτων που αφιέρωναν στους νεκρούς.
Μετά το 800 π.Χ. δίνεται δικαίωμα «ατομικού τάφου» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 123) σε όλους τους κατοίκους με την καύση να αντικαθιστά ο ενταφιασμός, σε πνεύμα ίσης μεταχείρισης. Έχουμε δημιουργία τάφων ηρώων (οι Αργοναύτες, οι νικητές της Τροίας) που βοηθά, δείχνοντας την κατοχή γης απ’ τους προγόνους, και το μήνυμα της προάσπισης και του αγώνα που υπήρξε. Το ότι βρήκαμε αρκετούς τάφους ενηλίκων σε σχέση με παιδιά, πιθανό να οφείλεται σε τιμές και επιδείξεις που έκαναν προς τιμή του νεκρού, με τη λογική θέση της προσφοράς ενός ενήλικα στην κοινωνία, και την οικογένεια, σε σχέση με ένα παιδί «αλλά και εν μέρει σε αλλαγή των εθίμων» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 133, 135).
γ. Μεταλλουργία ορείχαλκου
Οι Μεταλλουργοί ξανάρχισαν μαζί με ορείχαλκο, χαλκό, και σίδηρο (που την ήταν σπάνιο μυκηναϊκή εποχή) (Claude Mosse, ό.π., σελ. 126).
δ. Σημάδια επανάληψης της επικοινωνίας
Έχουμε επανάληψη της επικοινωνίας με τους Φοίνικες και τους πληθυσμούς της Ανατολής
όπως στη Σμύρνη όπου η εξαίρετη ποιότητα της ομαδικής εργασίας στα τείχη δείχνει τη «συνείδηση του πολίτη» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 138).
ε. Αποικιακές δραστηριότητες
Αποικιακές δραστηριότητες με σκαπανείς τους Ευβοιείς όπως οι Πιθηκούσαι ένα νησί έξω από τον κόλπο της Νεαπόλεως που σήμερα ονομάζεται Ίσκια το 750 π.Χ. και αλυσίδα άλλων σε Σικελία και Ιταλία (Robin Osborn, ό.π., σελ. 168).
στ. Αλφαβητική γραφή
Το δάνειο της αλφαβήτου που πήραν οι Έλληνες απ’ τους Φοίνικες με την προσθήκη φωνηέντων οδήγησε στην αλφαβητική γραφή (μετά από 4 αιώνες 12ο - και 9ο απέκτησε ξανά ζωή (φοινικικό αλφάβητο, προσθήκη φωνηέντων από εμάς) και τροποποίησε ολοκληρωτικά τη λειτουργία της μνήμης μέσα στην πόλη που άρχιζε να δημιουργείται.
Η αρχική πόλη (πόλη – κράτος) χαρακτηρίζεται από πολέμους, αλλαγές, μεταβολές και καινοτομίες όπως η οχύρωση, η χωροταξική οργάνωση των κατοικιών, η δημιουργία αγοράς, η επέκταση των κατοικιών εκτός του οχυρωμένου οικιστικού πυρήνα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η κοινωνική θέση και οι τιμές των πολιτών, η κοινωνική φροντίδα, οι ήρωες, η τέχνη, η κεραμοποιία, νόμοι, κλπ. και αναλυτικά :
Πόλεμος
Αποτελεί θεμέλιο της αρχαϊκής πόλης και η αρχιτεκτονική της βοηθά σε αυτό το σκεπτικό του αποκλεισμού της πόλης απ’ τους εχθρούς, και των επελάσεων στους γείτονες (λύτρα).
Η οχύρωση των πόλεων
Πρωτοπαρατηρήθηκε στη Σμύρνη και προσέφερε ασφάλεια και συνείδηση στον πολίτη.
Η χωροταξική οργάνωση των κατοικιών
Με κτίσιμο κατοικιών εντός των τειχών αλλά και επέκταση των κατοικιών εκτός του οχυρωμένου οικιστικού πυρήνα.
Η δημιουργία αγοράς
Αποτελεί καινοτομία και έλκει πολίτες για πολιτικές συναντήσεις.
Ολυμπιακοί Αγώνες - αγώνες
Οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες χρονολογούνται περίπου στα τέλη του 775 π.Χ. με τους νικητές να δίνουν το δικαίωμα να ρίξουν οι πόλεις που ζούσαν μέρος του τείχους τους κατά την υποδοχή τους (Πλούταρχος, Συμποσιακών βιβλία Θ’ 2.5.2) αποδίδοντας έτσι τις τιμές που αξίζουν οι νικητές, ενώ είχαμε και αγώνες προς τιμή των νεκρών από πολέμους.
Κοινωνική φροντίδα
Κάθε κοινωνική οργάνωση έπρεπε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ μεγάλου αριθμού ορφανών. (Robin Osborn, ό.π., σελ. 115)
Ήρωες
«Οι Έλληνες διατήρησαν με μεγάλη φροντίδα τη μνήμη της εποχής των ηρώων»
(Claude Mosse, ό.π., σελ. 131)
Τέχνη
Η εικονιστική τέχνη απεικονίζει «όχι μόνο μεμονωμένες μορφές, αλλά και πολυπρόσωπες
σκηνές» με άτομα, συγκρούσεις με τη φύση, και σπάνιες σκηνές δράσης, ενώ «προς τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. εμφανίζονται ως αφιερώματα σε ιερά ίσως και σε νεκροπόλεις, οι πρώτοι κούροι, δηλαδή οι πρώτες όρθιες ανδρικές μορφές» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 202, 311). Το αγγείο Chigi μας δείχνει ένα κόσμο που οι κάτοικοι τον βλέπουν διαφορετικά και οι πόλεμοι γίνονται διαφορετικά.
Κεραμοποιία
Οι μεταβολές στην κεραμική τεχνοτροπία ταυτόχρονα με την κοινωνική επίδειξη στις ταφές έχουν σημασία σε δύο σημεία «η θεμελιώδης απόφαση να επεκταθεί ο διάκοσμος σε περισσότερα από ένα πεδία του αγγείου …. και η ταχέως εντεινόμενη κατά τη διάρκεια του 9ου αι. π.Χ. πολυπλοκότητα του διάκοσμου, … το φαινόμενο αυτό φαίνεται πως συνδέεται στενά με μια όλο και πιο ιεραρχημένη κοινωνία που χρειάζεται όλο και πιο ανεπτυγμένα μέσα επικοινωνίας» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 91).
Νόμοι
Η σύγκριση των νόμων δεν περιορίστηκε μόνο μεταξύ των νομοθετών αλλά και μεταξύ των πόλεων. Ο αρχαιότερος σωζόμενος ελληνικός νόμος – απ’ το ναό του Δελφινίου Απόλλωνος στη Δρήρο της Κρήτης το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα – προβλέπει πως όποιος έχει λάβει το αξίωμα του κόσμου δεν μπορεί να λάβει το ίδιο πριν δέκα έτη.
2.2 χρήση της γραφής
Έχουμε ενδείξεις για χρήση της ομηρικής γλώσσας αρκετά νωρίτερα απ’ τη Γραμμική Β, και αυτό φαίνεται απ’ την σύνταξη των αναγραφόμενων ποιητικών αποσπασμάτων, απ’ τη διαφοροποίηση των διαλεκτικών τύπων και των γραμμάτων, ενώ επίπονες έρευνες έδειξαν, «την ύπαρξη μιας προφορικής εποποιίας αφάνταστα αρχαίας, με τους ίδιους, συχνά, ήρωες, που ανάγεται σε πολύ απόμακρα χρόνια της μυκηναϊκής περιόδου, κάποτε πριν ακόμα και από την εποχή των πινακίδων της Γραμμικής Β» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 152).
Το «… πρωιμότερο μνημείο της ελληνικής, μία επιγραφή σε αγγείο που βρέθηκε στο νεκροταφείο της Osteria dellOsa στο Λάτιο της Ιταλίας και χρονολογείται στα μέσα του πρώτου μισού του 8ου αι. π.Χ.» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 176) ενώ στη συνέχεια έχουμε και άλλες επιγραφές σε αγγεία όπου ανάγονται στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα.
Η κοινωνία της πρώιμης πόλης-κράτους (8ος -7ος π.Χ.) είναι η αρχαϊκή κοινωνία, η εποχή του Ομήρου, του Ησίοδου, και της έμμετρης γλώσσας που εύκολα αποστηθίζεται (ομηρικά έπη-ραψωδοί). Η γέννηση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας – χάρη στη γραφή - ένα απ’ τα μέγιστα έργα πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας απ’ τον Όμηρο, ένα ποιητή δημιουργό ενός ονειρικού κόσμου, «καμιά άλλη λογοτεχνία δεν πέρασε τόσο θριαμβευτικά στο στάδιο της γραφής με δύο τέτοια μεγαλοφυή ποιήματα» (Μ. Ι. Finley, Les ancients Grecs ) «δύο έργων μιας μοναδικής διάνοιας που δούλεψε με βάση υλικά τα οποία είχαν διαδοθεί και τελειοποιηθεί προφορικά επί αιώνες» (Robin Osborn, ό.π., σελ. 29).
Αντιλαμβανόμαστε έτσι τη σημασία αυτών των έργων τόσο για τη δημόσια χρήση της γραφής όσο και για την προσωπική παιδεία που αποκτούν ακόμη και οι αναγνώστες τους.
Στη δημόσια ζωή η γραπτή διατύπωση των νόμων προσφέρει σταδιακή καλλιέργεια της συνείδησης του πολίτη, αρχές ηθικής, πολιτικής, και αιώνιες αξίες. Κίνητρο δημιουργίας του αλφαβήτου ήταν όχι μόνο οι αυξανόμενες ανάγκες για καλύτερη οργάνωση της εμπορικής δραστηριότητας αλλά ότι «…ανταποκρίνεται και σε άλλες βαθύτερες ανάγκες και ιδιαίτερα σ’ εκείνη της γραφής της ποίησης.» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 156).
Η γραφή κάνει δυνατή την επικοινωνία ανάμεσα σε άτομα διαφορετικού χώρου σε διαφορετικό χρόνο και άλλου πολιτισμού. (Robin Osborn, ό.π., σελ. 173).
«Για το ανυπότακτο από τη φύση του πνεύμα του Έλληνα η γραφή γίνεται κίνητρο ακόμα μεγαλύτερης ανεξαρτησίας και στηρίζει την τόσο νέα έννοια της ελευθερίας του πολίτη μέσα στη νέα πόλη. Παραστέκει στη γέννηση της μαθηματικής και της φιλοσοφικής σκέψης.» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 158).
Σημαντική επίσης είναι η μεταλαμπάδευση της γραφής στις αποικίες της Νότιας Ιταλίας το τέλος του 8ου αιώνα, που αποτελεί την πρώιμη έκδοση του ετρουσκικού αλφαβήτου.
3. Σύγκριση τη χρήση της γραφής στον μυκηναϊκό κόσμο και στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος-7ος αι. π.Χ.).
Η γραφή της πρώιμης πόλης είναι εδώ και ζει μαζί μας αντίθετα η Γραμμική Β πέθανε με την πτώση των ανακτόρων, ας δούμε όμως αναλυτικά τη σύγκριση μεταξύ τους:
Χρήσεις για την γραφή μόνο στο μυκηναϊκό κόσμο:
α. Η χρήση της γραφής σε περιορισμένα κοινωνικά στρώματα
β. Η χρήση της γραφής ήταν μόνο δημόσια.
γ. Η χρήση της γραφής σαν τέχνη.
δ. Η χρήση της γραφής σαν κοινωνική καταξίωση που έδινε στους γνώστες της.
Ο κοινός τόπος αυτών των χρήσεων είναι η δυνατότητα εφαρμογής της γραφής μόνο δημόσια και σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων υψηλόβαθμων των ανακτόρων.
Χρήσεις για την γραφή μόνο στην αρχαϊκή πόλη (8ος -7ος αι. π.Χ.).:
α. Η χρήση της γραφής ήταν ιδιωτική.
β. H γραφή της ποίησης
γ. Η γραφή των νόμων
δ. Η μεταλαμπάδευσή της στις αποικίες της Νότιας Ιταλίας και η βάση της πρώιμης έκδοσης του ετρουσκικού αλφαβήτου.
ε. Η χρήση στη φιλοσοφία και στα μαθηματικά και η συμβολή στη γέννησή τους.
στ. Η γραφή έγινε κίνητρο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία και στήριξε την ελευθερία του πολίτη στη νέα πόλη.
Εδώ είναι προφανής η διάχυση και διείσδυση της γραφής, στις μάζες, στον πολίτη, με ότι αυτό συνεπάγεται. Εδώ δημιουργεί πολιτισμό για το κοινωνικό σύνολο, και όχι πλούτο και αριστοκρατικό χρήμα για τους λίγους άρχοντες. Εδώ η κοινή χρήση δίνει υπεραξία στο σύνολο, και αναβαθμίζει αισθητικά και ουσιαστικά την πόλη. Εδώ, ο πολίτης συμμετέχει ενεργά ως ον κοινωνικό, με τις ευθύνες, και υποχρεώσεις, που απορρέουν απ’ τη θέση του ατόμου στην κοινωνία. Εδώ, ο πολίτης αρχίζει την πολιτική του ιστορία με ρόλο θεσμικό, καινοτομικό, δημιουργικό, επαναστατικό, φιλοσοφικό, και πολιτικό.
Κοινές χρήσεις
α. Στη θρησκεία
β. Στο εμπόριο
γ. Η χρήση της γραφής στην κοινωνική ζωή
δ. Η χρήση της γραφής στις γραφειοκρατικές λειτουργίες για την οικονομία - λογιστήριο
ε. Η χρήση της γραφής στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση
στ. Η γραφή συνοδεύει και διευκολύνει τη σύσταση του κράτους, των θεσμών, και της θρησκευτικής λατρείας.
Και βέβαια ολοκληρώνουμε με τις κοινές χρήσεις της γραφής, και στις δύο εποχές, που
ουσιαστικά ο κοινός τόπος, βρίσκεται στην υποστήριξη της δομής του κράτους, και της
θρησκείας πάλι σαν επικουρική δομή και συμπληρωματικής εξουσίας, ενώ το εμπόριο
είναι αυτό που ξεφεύγει απ’ τα στεγανά όρια της κοινωνίας και της κοινότητας. Και ενώ
για την αρχαϊκή πόλη είναι ουσιαστικό καινοτομικό και δημιουργικό κομμάτι πολιτισμού,
για τον μυκηναϊκό κόσμο που ήταν πιο κλειστός σαν σύστημα, και το εμπόριο ήταν
ελεγχόμενο απ’ την εξουσία, είχε μεγαλύτερες αμφίδρομες επιδράσεις, γιατί άνοιγε
διαύλους σκέψης και σύγκρισης.
Β. 1. ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στον μυκηναϊκό κόσμο
και πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής;
1.1 Ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στον μυκηναϊκό κόσμο;
Η χρήση της γραφής στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τη διοικητική οργάνωση
Εκτός της διάκρισης των τίτλων εξουσίας και κοινωνικής θέσης στο μυκηναϊκό κόσμο που βοηθά στην διαστρωμάτωση των τάξεων βοηθούσε και στην κοινωνική σύνθεση των διαφόρων φυλών που υπήρχαν τότε και δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα – όπως οι Πελασγοί – αφού σταδιακά ομογενοποιούσε τον πληθυσμό ως μοναδική γραφή.
Κομμάτι της διοικητικής οργάνωσης και η στρατιωτική δομή – η ασφάλεια ήταν κύριο μέλημα – όπου έχουμε τις αναφορές σε στρατιωτικό υλικό (άρματα, όπλα, κλπ) και σε οργανωμένες ομάδες (κωπηλάτες)
Η χρήση της γραφής στις γραφειοκρατικές λειτουργίες για την οικονομία - λογιστήριο
Η χρήση της Γραμμική Β στα επίσημα έγγραφα των ‘ανακτόρων’ εξυπηρετούσε την τήρηση αρχείου για τη λειτουργία του διοικητικού μηχανισμού και με τις γραφειοκρατικές εφαρμογές στο λογιστήριο των ανακτόρων π.χ. χρησιμοποιούταν στην αναγραφή των ποσοτήτων σιτηρών που έπρεπε να πληρωθεί η κάθε ομάδα εργατών με τους επόπτες της.
Άλλη εφαρμογή ήταν για την απογραφή του έμψυχου δυναμικού ενήλικων αρένων που εξυπηρετεί στην καλύτερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού με τον καταμερισμό του, - ως προς το τι εργασία κάνει(μεταλλουργοί, οικοδόμοι, ορειχαλκουργοί), η διαθεσιμότητας σε έκτακτες ανάγκες - και την επί μέρους σύσταση ομάδων για οικονομικούς ή άλλου είδους σκοπούς.
Οι μηνιαίοι και ετήσιοι λογαριασμοί –προϊόντων, πρώτων υλών, χρησιμοποιούνταν για λογιστική χρήση, μηνιαίες και ετήσιες εγγραφές, καταλόγους τροφοδοσίας, εφαρμογές οργάνωσης, διαχείρισης, αποθήκευσης, διανομής και πρόβλεψης αναγκών. Επίσης η παραγωγή υφασμάτων, αρωματικών ελαίων, μαλλιού, με απογραφές θησαυρών (των ανακτόρων) ήταν υπό έλεγχο. Ενώ οι καταστάσεις πληρωμών διαφόρων επαγγελματικών ομάδων, ήταν απόδειξη παραγωγής και αμοιβής έργου για εργοδότη και εργαζόμενο.
Η χρήση της γραφής στο εμπόριο
Για την καταγραφή εμπορικών πράξεων ήταν πολύ ικανοποιητική (η συνέχειά της στην Κύπρο το πιστοποιεί) ενώ οι ενδείξεις της γνώσης της Γραμμικής Β από εμπόρους είναι μια εικασία την στιγμή δε που η παρουσία διαμορφωμένης τάξης εμπόρων είναι πολύ αμφισβητήσιμη μια και δεν υπάρχουν μαρτυρίες σε πινακίδες. Συντέλεσε αναπτυξιακά όμως στο εμπόριο μια και η καταγραφή και παραγωγή αρκετών αγαθών όπως ελιές, σύκα, καρυκεύματα, κριθάρι, σιτάρι, δέρμα ζώων, ζωικά προϊόντα, υφαντά, λινά, πρέπει να απορροφιόνταν απ’ την εγχώρια κατανάλωση και το πλεόνασμα να «διοχετεύεται στις εξαγωγές» (John Chadwick, ό.π., σελ. 319). Αντίστοιχα έχουμε καταγραφή στις εισαγωγές (ελεφαντόδοντο) και συνδετικά εξυπηρετούσε στο εμπορικό ισοζύγιο.
Η χρήση της γραφής στην κοινωνική ζωή
Βοηθούσε στις κοινωνικές αρετές του λαού όπως η παράδοση με το σύστημα των κύριων ονομάτων που χρησιμοποιούσαν και το πατρώνυμο και η συνέχεια αυτής της παράδοσης όπως σήμερα, η προσφορά στα κοινά, η ηθική, η διαλλακτικότητα και στην άμβλυνση των διαφορών. Στις καταστάσεις δούλων και ιδιαίτερα γυναικών που αγόραζαν από την Αφρική κλπ και τις έφερναν μαζί με τα παιδιά τους, όπου και αυτά αναγράφονται και παρακολουθείται η ενηλικίωσή τους έχει πολλαπλή σημασία η γραφή τόσο για το εργατικό δυναμικό, όσο για την κοινωνική συνοχή, και για την υποχρέωση φροντίδας απέναντι στα παιδιά αυτά αν σκεφθούμε ότι εκείνη την εποχή ο ένας στους δύο ήταν κάτω των 18 ετών.
Η απαρίθμηση σε «γαιοκτησίες και οι οφειλές που τις βαρύνουν» βοηθούσε στον έλεγχο της γενικής οικονομικής κατάστασης των ανθρώπων και της τάσης και αντοχής όλου του συστήματος πιστωτικής διαχείρισης. (John Chadwick, ό.π., σελ. 230)
Η χάραξη Γραμμικής Β σε πήλινα βάζα σαν έπαθλα χορού εξυπηρετούσε την διασκέδαση την ευγενή άμιλλα τον συναγωνισμό και τη διάκριση των καλύτερων σε κάθε πρόκληση.
Τα ονόματα των μηνών (έξι γνωρίζουμε ως τώρα) προσέφεραν χρονική σειρά στη ζωή τους και προγραμματισμό ακολουθίας στην κοινωνία, και λειτουργηκότητα στη θρησκεία.
Η χρήση της γραφής στην θρησκεία
Στη θρησκεία είχαμε καταγραφή τόσο των ονομάτων διαφόρων θεών όσο και τις
«θρησκευτικές προσφορές» John Chadwick (ό.π., σελ. 142) που γίνονταν, με τον τρόπο αυτό δημιουργούσαν μνήμες με θρησκευτική συνείδηση στους πιστούς και απαιτήσεις συνέχειας και μίμησης αυτών. Πινακίδες επιβεβαιώνουν τη χρήση της γλώσσας για ανάρτηση καταλόγων για ανθρωποθυσίες(άνδρες για θεούς, γυναίκες για θεές) σε πινακίδες δε της Πύλου αναφέρονται έκτακτες θυσίες λόγω κινδύνου δηλαδή εφαρμογή της γραφής στον έκτατο κίνδυνο. Ενώ η αναφορά ονομάτων θεών - σε πινακίδες με Γραμμική Β - χωρίς να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο τι έχει σχέση με τη θεότητα και τι με το βασιλιά είναι λογική για την εποχή εκείνη που η εξουσία ασκούσε και τα θρησκευτικά τελετουργικά έχοντας έλεγχο και διασταύρωση του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η χρήση της γραφής σε περιορισμένα κοινωνικά στρώματα
Η περιορισμένη της χρήση ήταν μια διάκριση θέσεων γνώσης και τέχνης και ήταν λίγοι αυτοί που μπορούσαν να διαβάζουν. Η εφαρμογή απαιτούσε κόπο κόστος δεξιοτεχνία και κοινωνική θέση υψηλή άρα ήταν για λίγους και εκλεκτούς ανθρώπους των ανακτόρων.
Η χρήση της γραφής σαν κοινωνική καταξίωση που έδινε στους γνώστες της
Οι γνώστες και οι χρήστες της γραφής ήταν ένα μικρό σύνολο που είχε άμεση και έμισθη σχέση με τα ανάκτορα. Είναι προφανής λοιπόν η κοινωνική καταξίωση που είχαν και λογικά αντίστοιχες και οι τιμές που θα έπερναν τόσο από θέμα σεβασμού όσο και κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τόσο από υποτελείς όσο και από ανωτέρους τους.
Η χρήση της γραφής σαν τέχνη
Για τον υπόλοιπο κόσμο τα δυσνόητα σύνολα ήταν ένα είδος τέχνης – όπως και για μας άλλωστε σήμερα – και η επιρροή τους θά ήταν πιο πολύ αισθητικής αξίας και υπεροχής χωρίς να αποκλείεται και ένα είδος αδιαφορίας και απαξίας προς το δημόσιο κατεστημένο αφού ουσιαστικά η χρήση της ήταν δημόσιου χαρακτήρα.
1.2 πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής;
Οι Μυκηναίοι δεν θεώρησαν απαραίτητο να διασώσουν ούτε την ιστορία τους ούτε τη διπλωματική τους αλληλογραφία, άφησαν όμως «καταγραφές από τη διοίκηση των βασιλείων τους και από τη λειτουργία ορισμένων τομέων της οικονομίας τους» John Chadwick (ό.π., σελ. 30). Άφησαν όμως μια ισχυρή επιβεβαίωση ότι μιλούσαν ελληνικά – στοιχείο ταυτότητας - μια και μεγάλος αριθμός προσώπων που αναφέρονται στις πινακίδες είναι αντρικά ή γυναικεία ονόματα ελληνικά «ονόματα δηλαδή με σημασία κατανοητή στην ελληνική γλώσσα», και η Γραμμική Β αν και νεοδημιούργητη γραφή «επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τις απαιτήσεις της ελληνικής γλώσσας» John Chadwick (ό.π., σελ. 114).
Η Γραμμική Β ήταν το καλύτερο εργαλείο της δεύτερης π.χ. χιλιετίας αν και δεν ήταν διαδεδομένη στις μεγάλες μάζες του πληθυσμού διότι λόγω της ποιότητάς της απαιτούσε μακροχρόνια εξάσκηση και εκπαίδευση, η περιορισμένη της χρήση δε ήταν και ο λόγος εξαφάνισής της. Οι περιορισμοί στη χρήση της ήταν και ένας υπαρκτός λόγος απαξίωσης και χλευασμού των δυσνόητων συμβόλων από ένα ξένο προς την γνώση της πολίτη.
Δεν υπήρχε δηλαδή η λαική ανοχή για κάτι ξένο, - μόνο προς τους εκλεκτούς -, και θάταν και ένας εωτερικός παράγοντας αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος της μυκηναικής κοινωνίας, ίσως απ’ τους πιο σημαντικούς, γιατί δεν βοηθούσε στην ομογενοποίηση των νέων ανθρώπων, που εντασσόταν στην κοινωνία από αιχμαλώτους, από νέα φύλλα, και από δούλους που έφερναν από την ανατολή.
Η χρήση της γραφής στην δημόσια ζωή βοηθούσε στην κοινωνική διαστρωμάτωση καλλιεργώντας ένα ταξικό χαρακτήρα τόσο σε επίπεδο κοινωνικής ζωής όσο και ατομικής αντίληψης. Η γραφή παίρνοντας τη θέση της υψηλής τέχνης απομονώνει και αποθαρρύνει τον πολίτη απ’ την δημιουργική σκέψη και την προσπάθεια – μια και δεν καταλαβαίνει -,
για την εποχή όμως ήταν μια επανάσταση αν και ανολοκλήρωτη.
Η γραφή στήριζε το αριστοκρατικό μοντέλο κυριαρχίας και διακυβέρνησης (γραφειοκρατικής δομής), όπου μέσω της ιεραρχικά οργανωμένης κοινότητας, μια μικρή ομάδα, εκμεταλλευόταν την υπόλοιπη κοινότητα, αφαιρώντας πλεόνασμα απ’ τους υπόλοιπους προς επίδειξη πλούτου. Ο άρχοντας της εποχής, είχε υπό τον έλεγχό του την στρατιωτική, τη θρησκευτική, την νομοθετική, και την εκτελεστική εξουσία, όλα σε ένα.
Τα πάντα ελέγχονταν από το ανάκτορο και δεν είναι τυχαίο ότι απέτυχε η επιβίωση του μυκηναϊκού μοντέλου σε τόσα διαφορετικά μέρη σχεδόν ταυτόχρονα.
Η γραφή λοιπόν δεν διαμόρφωνε κοινωνικά πρότυπα ανθεκτικά στο χρόνο.
Οι εφαρμογές στο εμπόριο ήταν περιορισμένες και δύσκολα αναγνώσιμες από άλλους, κάτι που δεν βοήθησε και στην επέκταση της γνώσης της σε άλλους τόπους.
Στην κοινωνική ζωή βοηθά σε πολιτιστικές εκδηλώσεις με βραβεύσεις χορευτών -βλέπουμε εφαρμογές της σε πήλινα βάζα - σε θρησκευτικές τελετές για τις αφιερώσεις και τις θυσίες καλλιεργώντας την πίστη, την υποταγή, την ακολουθία, το σεβασμό, και στην αναφορά των ονομάτων των θεών.
2. ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στην πρώιμη πόλη-κράτος
της ελληνικής αρχαιότητας (8ος -7ος αι. π.Χ.)
και πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής;
2.1 ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε η γραφή στην πρώιμη πόλη-κράτος της ελληνικής αρχαιότητας (8ος-7ος αι. π.Χ.);
Ο Ηρόδοτος μνημονεύει τη χρήση ξύλινων πινακίδων για την πληροφόρηση των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα «η γραφή συνοδεύει και διευκολύνει την σύσταση του κράτους, των θεσμών και της θρησκευτικής λατρείας» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 157).
Η γραφή συμβάλει στη γέννηση των μαθηματικών και της φιλοσοφίας ενώ η Ιωνική φιλοσοφία δεν θα είχε πιθανότητες να εμφανιστεί σ’ ένα πολιτισμό προφορικού λόγου.
Δρα καταλυτικά στην ανάγκη των Ελλήνων να εκφραστούν με την ποίηση δημιουργώντας έμεσα το επίπεδο εκείνο που τους δίνει το κίνητρο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ελευθερία του πολίτη στη νέα πόλη. Η έννοια της ελευθερίας στηρίζεται από τη γραφή και ανάγεται τόσο σε ιδιωτικό αγαθό του πολίτη μέσα στη νέα πόλη, όσο και σε δημόσιο αγαθό της πόλης σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον.
Εξυπηρετούσε τον τρόπο αντίληψης, την κατανόηση, την διερεύνηση των πραγμάτων, μειώνοντας τις αποστάσεις, και κοινοποιώντας γνώσεις και εμπειρία ετών άλλων πολιτών.
Ιδιωτική χρήση
Η ιδιωτική χρήση της γραφής καλλιεργεί τις σκέψεις του πολίτη τόσο για πνευματική καλλιέργεια – γράψιμο, ποιήματα για νεκρούς, προσωπικές αφιερώσεις στους θεούς, ύβρεις, κατάρες, κλπ - όσο και για εμπορική όπως με τις υπογραφές των αγγειοπλαστών, τις ενδείξεις κυριότητας, κλπ – προσφέροντας προσωπική παιδεία.
Δημόσια χρήση
Η δημόσια χρήση της γραφής σαν μέσο επικοινωνίας εξυπηρετούσε στους κώδικες των νόμων, στα ψηφίσματα πόλεων που χαράζονταν στους τοίχους των ναών και αργότερα στην αγορά, ενώ συντηρεί και καινοτομεί με τη πολιτική, τη φιλοσοφική, και τη μαθηματική σχέση για χιλιάδες χρόνια.
Εξυπηρετούσε επίσης στην τέχνη – κεραμική, αφιερώματα, κούρους, κλπ – στην μνήμη των ηρώων, στην κοινωνική φροντίδα, στην κοινωνική θέση και στην απόδοση των τιμών που γίνονταν μέσω επάθλων.
Η εξάπλωσή της δε στις αποικίες της Νότιας Ιταλίας λειτούργησε σαν σπίθα βάσης και δημιουργίας της πρώιμης έκδοσης του ετρουσκικού αλφαβήτου.
Στο δημόσιο βίο προσφέρει σταδιακή καλλιέργεια της συνείδησης του πολίτη, αρχές ηθικής και πολιτικής, και αξίες αιώνιες, μέσω των νόμων, των σχέσεων των πολιτών, της αναβαθμισμένης θέσης τους, της καλλιεργημένης σκέψης τους, της φιλελεύθερης παιδείας τους, και εν γένει της πολιτικής τους θέσης, τόσο σε ατομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
2.2 πώς σχετίζεται με τον χαρακτήρα της κοινωνίας αυτής;
Η σταδιακή καλλιέργεια της συνείδησης του πολίτη, μέσω των αρχών της ηθικής της πολιτικής, και των αρετών εν γένει δημιουργεί αξίες αιώνιες. «Οι πολίτες αποκτούν μια αυθεντική υπόσταση, μέσα σ’ ένα κράτος που παρά την πρωτόγονη κατάστασή του, λειτουργεί κιόλας ως μια υποτυπώδη πόλη» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 159).
Έχουμε λοιπόν ένα είδος επανάστασης σε νοητικό επίπεδο, και στον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων όπου αυτό διαμορφώνει ολόκληρη τον πολιτική και πνευματική ζωή του τόπου
Αυτό που – αποφεύγει ο Snodgrass στη σύγκριση με τις Φοινικές κοινότητες - προσφέρει την ουσιαστική ποιοτική διαφορά είναι η υπεροχή της πολιτικής ζωής και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, δηλαδή στα βάρη και τις τιμές της πόλης.
Η γραφή δίνει ελευθερία στην έκφραση και στη σκέψη των πολιτών καλλιεργεί μια κουλτούρα ποίησης και γραφής ικανοποιώντας βαθύτερε ανάγκες και δημιουργεί έργα πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας όπως του Ομήρου, του Ησίοδου κλπ. Η σημασία αυτών των έργων για τη δημόσια και ιδιωτική παιδεία που αποκτούν οι πολίτες κάνει τη διαφορά σε ποιοτικό επίπεδο τόσο για τον χαρακτήρα της κοινωνίας όσο και για τον πολιτισμό της. Εδώ δηλαδή πρωτοεμφανίζεται ένας ονειρικός κόσμος ένας κόσμος φαντασίας που καλλιεργεί μια εικονική δεύτερη ζωή σε κάθε σκέψη.
Δημιουργεί έτσι ένα κοινωνικό χαρακτήρα που θηρεύει επιχειρήματα, κριτικό πνεύμα, αναλύσεις, αμφισβητήσεις, και αλλάζει ακόμη θρησκευτικά πρότυπα, όπου αυτά περνούν πλέον «σε μία κατά κάποιον τρόπο κοινωνικοποίηση του χώρου λατρείας (αγορά ή συνοριακό ιερό), που θεμελιώνεται πλέον επάνω στην παλιά βασιλική νομιμότητα» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 145).
Ο χαρακτήρας δε της κοινωνίας προάγεται και σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον και είναι διαθέσιμη η κοινωνία να συγκριθεί με αντίστοιχες πόλεις επιδοκιμάζοντας τον ανταγωνισμό - αυτό είναι ευγενής άμιλλα - σε κάθε επίπεδο και με κάθε έκφραση, ενώ οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι μια ακόμη απόδειξη των παραπάνω όπως και οι νόμοι που η σύγκριση δεν περιορίστηκε μόνο μεταξύ των νομοθετών αλλά και μεταξύ των πόλεων.
Αποκτούν σταθερότητα οι κοινότητες με δικές τους αγροτικές εκτάσεις, έχουμε άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αύξηση πληθυσμιακή, εκκίνηση των διεθνών εμπορικών σχέσεων, με τον αναμενόμενο ανταγωνισμό με τους Φοίνικες, την αρχή του αποικισμού στης Δύσης και την δημιουργία κτηματικών περιουσιών.
Η ανοικτή κοινωνία δεν βάζει φραγμούς στην μεταφορά των δομικών στοιχείων της γνώσης εξ’ ου και η μεταλαμπάδευση της γραφής στις αποικίες της Νότιας Ιταλίας το τέλος του 8ου αιώνα που αποτελεί την πρώιμη έκδοση του ετρουσκικού αλφαβήτου.
Η ανοικτή κοινωνία είναι μια κοινωνία ανοικτή στις προκλήσεις στο νέο και ξορκίζει το κατεστημένο και το συντηρητικό. Η φλόγα του ελέγχου και της κρίσης στην εξουσία παίρνει φωτιά κάτω απ’ την επιφάνεια, και δεν θ’ αργήσει η στιγμή των αλλαγών λόγω αυτών των εναργών πολιτών. Οι μικροί αγρότες δε, κατηγορούσαν τους δωροφάγους και δωρολήπτες βασιλείς και ακόμη χειρότερα με την ύπαρξη της δουλείας που απειλεί μεν τους τεμπέληδες ‘’καλωσορίζει’’ δε τους άτυχους και πνιγμένους στα χρέη πολίτες.
Μια άλλη ματιά επίσης της εκκολαπτόμενης πόλης ήταν ίσως οι πελατειακές σχέσεις των αριστοκρατών με τους αγρότες που η απόκτηση του τίτλου ‘‘πολίτης’’ ήταν «αντάλλαγμα της αφοσίωσης στον αρχηγό». (Claude Mosse, ό.π., σελ. 161), μια και η γραφή έχει και τα κακά της λόγω της χρήσης της για την καλλιέργεια της ανοχής και της υποτέλειας (Θρησκεία).
3. πώς σχετίζεται με τον διαφορετικό χαρακτήρα των κοινωνιών αυτών;
Η ανακάλυψη και χρήση της γραφής με τα αλφαβητικά σημεία στο ξεκίνημα της δημιουργίας των πρώτων πόλεων είναι «ένα είδος επανάστασης σε νοητικό επίπεδο…» και στον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων διαμορφώνοντας ολόκληρη τον πολιτική και πνευματική ζωή του τόπου . (Claude Mosse, ό.π., σελ. 153).
Αντοίστοιχα η μυκηναική γραφή β ήταν ένα εργαλείο δουλειάς και δεν βοήθηση την εξέλιξη της κοινωνίας τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Δεν προσέφερε ελευθερία σκέψης και πνεύματος, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν κομμάτι ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού και μέχρι εκεί.
Η χρήση και εφαρμογή της γραφής στην πόλη κράτος της ποίησης – π.χ. Όμηρος – προσθέτει αξεπέραστη αξία στον χαρακτήρα της κοινωνίας της. Η ποίηση επιδιώκει με επιμονή και καλλιεργεί αναλλοίωτες αιώνιες αξίες και «η ποιητική αλήθεια είναι πολύ μακριά απ’ την ιστορική αλήθεια» του μυκηναϊκού κόσμου ενώ είναι μάταιο «ν’ ανιχνεύουμε ποιητικά στοιχεία στις μυκηναϊκές πινακίδες» (John Chadwick, ό.π., σελ. 376). Αυτά τα ποιοτικά καινοτομικά χαρακτηριστικά απουσιάζουν απ΄τον μυκηναϊκού.
Η πόλη κράτος ξεκινά να δημιουργεί ανθρώπινες αξίες και πρότυπα ήθους με ‘τον πολίτη’ ενώ τα δικαιώματά πλαισιώνονται με συναίσθημα, και προβολή τους ως πολιτική και πολιτισμός, δημιουργούν μνήμες πολιτικής και αξία διαχρονική σημασίας. Αντίστοιχα στον μυκηναϊκό κόσμο δεν υπάρχει η λέξη πολίτης και κατ’ αναλογία και η λογική συνέχειά του απουσιάζει. Απουσιάζει η ατομικότητα και η επιμέρους σκέψη.
Στην πόλη κράτος, δημιουργείται η ιστορική συνέχεια με τη γραφή, που δρα καταλυτικά τόσο στην μνήμη ηρώων, όσο και στη κληρονομική διαδοχή της εξουσίας, κάτι που βλέπουμε να συνεχίζεται αρμονικά και στην τωρινή πολιτική σκηνή, καλώς η κακώς.
Στον μυκηναικό κόσμο όλα παίζοταν ακόμα και στη βασιλική συνέχεια που ακόμη ερευνάται ο τρόπος της διαδοχής και η μεταβίβαση της εξουσίας.
Οι νόμοι στην πόλη κράτος είναι κομμάτι ενός κράτους δικαίου και αποτελούν σπέρμα δημοκρατίας, μια και έχουμε σύγκριση τόσο των νομοθετών, όσο και μεταξύ πόλεων, κάτι που λειτουργεί νομοτελειακά προς πιο δημοκρατικές πόλεις – ελεύθερους πολίτες -, και αντίστοιχα σε πιο δίκαια πολιτικά συστήματα, απ’ τα αλαζονικά αριστοκρατικά καθεστώτα της μυκηναϊκής πόλης, με τους αντίστοιχους υποτελείς πολίτες.
«Οι Μυκηναίοι, παρ’ όλα τα μακρινά ταξίδια… δεν ίδρυσαν ποτέ μια αποικιακή αυτοκρατορία» (Claude Mosse, ό.π., σελ. 103), σε αντίθεση με την αρχαϊκή πόλη και τις αποικίες που δημιούργησε.
Εν κατακλείδι η αρχαϊκή πόλη ήταν μια κοινωνία με άπειρες εφαρμογές της γραφής - χωρίς όρια για δημιουργία. Η ποιητική αλήθεια – έλξη ζωής για την αρχαϊκή κοινωνία- είναι γεννήτρια νέων ιδεών, νέων τάσεων, νέων θέσεων, νέων εκφράσεων, κ.λ.π., και τότε η διαφορά μεροληπτεί λόγω αποτελέσματος κουλτούρας υπέρ της αρχαϊκής κοινωνίας. Και μεροληπτεί όσο η διαφορά του απείρου που είχαν οι εφαρμογές και χρήσεις της αλφαβήτου στην αρχαϊκή κοινωνία με οποιονδήποτε αριθμό ισχυρισθούμε ότι είχαν οι πεπερασμένες χρήσεις της Γραμμικής Β στην μυκηναϊκή κοινωνία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κατά την περίοδο της ιστορίας άνθρωποι από διάφορες θέσεις (βασιλιάδες, δικτάτορες, επαναστάτες, καλλιτέχνες, ταραχοποιοί κλπ) έχουν χρησιμοποιήσει τη γραφή ως μέσον για να διαδοθούν οι ιδέες τους στον κόσμο ενώ η «αγορά της» συγκέντρωνε ανέκαθεν τις ισχυρότερες προσωπικότητες.
Το 1500 π.Χ. στον μυκηναϊκό κόσμο η γλώσσα ήταν καταλύτης εξουσίας και εφαρμογής της σ’ ένα ιεραρχημένο μοντέλο γραφειοκρατικών στόχων και δυνατοτήτων. Ήταν μοναδικό για την εποχή εκείνη και σαν σύλληψη και σαν εφαρμογή για την ομηρική μας γλώσσα. Ήταν όμως μια τέχνη χωρίς διάχυση μια διαφορά ολοφάνερη με την πρώτη ματιά μεταξύ των ανθρώπων που την γνώριζαν και την χρησιμοποιούσαν, και της κρίσιμης μάζας των πολιτών που την αγνοούσαν. Ακόμη και έτσι όμως ήταν πολιτιστική κληρονομιά για τον τόπο και τις συνήθειές του, ενώ κάτι πρέπει να χρωστούσε η πόλις – κράτος (αρχαϊκή πόλη) στον μυκηναϊκό κόσμο και τους άγνωστους προκατόχους του – μια παράδοση, ένα μύθο κλπ – γι’ αυτό και ο δεσμός «που ενώνει τον Όμηρο με την μυκηναϊκή εποχή» John Chadwick (ό.π., σελ. 367).
Στην αρχαϊκή πόλη τώρα σημειώνεται η γέννηση της αλφαβητικής γραφής όπου η ανακάλυψη και χρήση της με τα αλφαβητικά σημεία στο ξεκίνημα της δημιουργίας των πρώτων πόλεων είναι «ένα είδος επανάστασης σε νοητικό επίπεδο…» και στον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων διαμορφώνοντας ολόκληρη τον πολιτική και πνευματική ζωή του τόπου. (Claude Mosse, ό.π., σελ. 153). Όλες οι αναζητήσεις και εφαρμογές στην πολιτική στην ποίηση στη φιλοσοφία στα μαθηματικά κλπ. εξέλιξαν την ελληνική γλώσσα σε ένα εργαλείο υψηλών προδιαγραφών, που βοηθούσε και ακολουθούσε στα επιτεύγματα και στις πνευματικές κατακτήσεις των πολιτών της αρχαϊκής πόλης. Η ποικιλία της ελληνικής γλώσσας λόγω των χρήσεων αυτών μπορούσε να καλύψει και να στηρίξει νέους ορίζοντες για την κοινωνία για τον πολίτη για τη δημοκρατία και για την ποιότητα ζωής εν γένει. Οι αρχαίοι Έλληνες με την ακρίβεια, την καθαρότητα και την σαφήνεια της γλώσσας και της γραφής οικοδομούσαν τον πρότυπο Ελληνικό πολιτισμό που έστω και για κάποιους λόγους αποτέλεσε τη βάση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, και δεν είναι άλλοι οι λόγοι απ’ τις διαμορφωμένες αιώνιες αξίες της αρετής, του πολίτη και του πολιτισμού που.
Η γραφή λοιπόν είδαμε να αποτελεί την υψηλή τέχνη και για τις δύο εποχές μια υψηλή τέχνη όμως που όταν έγινε αντιληπτή απ’ τον πολίτη στην αρχαϊκή εποχή έφερε την επανάσταση ιδιαίτερα μέσω της ποίησης. Η ποίηση δίνει την τροφή της φαντασίας, και του ονείρου, δίνει τη δυνατότητα ατομικής έκφρασης, και δημιουργίας, κάνοντας προσιτό το όνειρο, ενώ η ποιητική αλήθεια απέχει απ’ την ιστορική αλήθεια.
Κοινό αποτέλεσμα και για τις δύο ιστορικές εποχές που ασχοληθήκαμε είναι η ανέλιξη του πολιτισμού και κληρονομιά η παρακαταθήκη ότι αξίζει να συνεχίζεται σταθερά η ίδια προσπάθεια ακόμη και αν φθάσαμε σε ένα αποτέλεσμα, το αντίθετο δηλαδή του νόμου της φθίνουσας αποδοτικότητας και του νόμου της εντροπίας.
Αν θα πρέπει να ευχαριστήσουμε κάποιους είναι οι μάρτυρες της γνώσης που μας προσέφεραν πλούσιο υλικό από αιώνιες αξίες.
« ω ράτσα άθλια και εφήμερη, παιδί της τύχης και της ταλαιπωρίας, γιατί μ' αναγκάζεις να σου φανερώσω κείνο που θα 'ταν καλύτερα για σένα να μην το ακούσεις ποτέ ; …» ΝΙΤΣΕ (1872) (Η γέννηση της τραγωδίας, Εκδοτική Θεσσαλονίκης(ξέχασαν το χρόνο) σελ. 41)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Claude Mosse, Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας 2000 – 31 π.χ., μτφρ. Λ. Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1996.
Eco Umberto, Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία, Αθήνα 1994.
Gombrich Ε.H., To χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998.
John Chadwick, Ο Μυκηναϊκός κόσμος, Gutenberg, μτφρ. Κ. Ν. Πετρόπουλος, Αθήνα 1999.
Ιωάννου, Θ., "Οι προϊστορικοί χρόνοι" στο Ελληνική Ιστορία - Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, τόμος Α, των Θ.Βερέμη, Ι.Γιαννόπουλου, Σ.Ζουμπάκη, Ελ.Ζύμη, Θ.Ιωάννου, Α.Μαστραπά, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2002.
Montaigne M. de, Δοκίμια, μτφρ. Θ. Νάκας, εκδ. ΚΑΛΒΟΣ, Αθήνα 1979.
Nietzsche F. Μαθήματα για την παιδεία, μτφρ. Ν.Μ.Σκουτερόπουλος, Printa, Αθήνα 1998α
Osborn Robin, H Γένεση της Ελλάδας 1200- 479 π.Χ., Οδυσσέας, Αθήνα 2000.
Όμηρος Ιλιάδα, .
Simon Singh, Tο τελευταίο θεώρημα του Φερμά, μτφρ.Α.Σπανού, Π.Τραυλός,1997
Slaoj Zizek To υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, μτφρ. Β. Ιακώβου, Skripta, Αθήνα 2006.
Tocqueville A. De Η Δημοκρατία στην Αμερική, μτφρ. Β.Καζαντζή, Καραβίας, Αθήνα 1968.
Veblen Thorstein, Η θεωρία της αργόσχολης τάξης,μτφρ. Β. Καζαντζή, Καραβίας, Αθήνα 1978.
Winckelmann J. J., Σκέψεις για τη μίμηση των Ελληνικών έργων στη Ζωγραφική και τη γλυπτική, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Ίνδικτος, Αθήνα 1996.